Eκείνη ήθελε για δώρο ένα καφέ ημερολόγιο με δερμάτινο εξώφυλλο. Ακόμη δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που τον οδήγησε σχεδόν μηχανικά να της αγοράσει ένα ημερολόγιο που δεν ταίριαζε στον δικό της χαρακτήρα, αλλά σε εκείνου. Ήταν ένα εγωπαθές και ανασφαλές δώρο. Ήταν το ημερολόγιο που θα ήθελε εκείνος να του πάρουν. Παρόλα αυτά, έγινε μέρος της καθημερινότητάς της. Από ευγένεια, από οικειότητα, από αγάπη, κανείς δεν ξέρει. Σημείωνε ημερομηνίες από τσακωμούς, από μικρούς χωρισμούς που προεξοφλούσαν τη συνέχεια. Γραφειοκρατικές υποχρεώσεις και πληρωμές. Σκέτη απογοήτευση η ανακάλυψη και η διαπίστωση μετά από μήνες, ότι ακόμη και σε αυτό επικρατούσε σιωπή, λιτές προτάσεις. Ήταν φειδωλή ακόμη και στα γραφόμενά της. Οι άδειες γραμμές αντιπροσώπευαν την πραγματικότητα εν κατακλείδι. Ήταν τόσο δύσκολο να την ξεκλειδώσεις, ούτε αυτό ήταν ικανό να την κάνει να εξομολογηθεί το τι γινόταν στο μυαλό της και ας ήταν πρόθυμο, γεμάτο άδειες σειρές, να αραδιάσει την ψυχή της.
Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του, που είχε αγαπήσει τα ορθογραφικά λάθη. Τα σιχαινόταν όσο τίποτα, κυρίως τα δικά του. Ενώ τα δικά της, τα λάτρευε. Γέμιζαν σημειώματα που άφηνε στο ψυγείο, λίστες με ψώνια, ραβασάκια στη διάρκεια της δουλειάς της. Ήθελε να κάνουν παρέα στο ημερολόγιό της, με σφραγίδα και υπογραφή γνησιότητας τα γράμματά της. Εκείνος ένα πράγμα ήθελε. Να είναι κτήμα και ιδιοκτησία της, το χώμα που πατά, προέκταση του εαυτού της. Δεν ντρεπόταν για αυτό, δεν φοβόταν. Είχε έρθει κοντά στην ουσία του, σε αυτό που ήθελε να είναι. Είχε βρει στο αταίριαστο το οικείο και το ζεστό. Σαν το ημερολόγιό της.
Πέρασαν αρκετές εποχές, ένα απόγευμα στο ίδιο βιβλιοπωλείο, το είδε. Της έμοιαζε. Ήταν καφέ, δερμάτινο, το άγγιξε, θυμήθηκε το δέρμα της, μύριζε ενοχικό συντηρητισμό. Ήταν το ημερολόγιο που θα ήθελε εκείνη, που δεν υπήρχε πια ούτε στα πρωινά του, ούτε στις νύχτες του, ούτε στις βόλτες του. Μόνο κάτι βράδια, με ή χωρίς κόσμο, του ψιθύριζε γεμάτη ανησυχία, πού είσαι; Και εκείνος απαντούσε, εδώ.
εμφάνιση σχολίων