0
1
σχόλια
498
λέξεις

Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΣΟΦΙΑ ΔΑΛΑΜΑΓΚΑ
8 Οκτωβρίου 2014
Είμαι όλα όσα αναφέρεις και άλλα τόσα, αλλά είμαι ελεύθερη. Μπορώ να ανασαίνω χωρίς θηλιές στον λαιμό μου, να τρεκλίζω στους δρόμους για την πάρτη μου και όχι για σένα, για τον χι, τον ψι, τον ωμέγα. Είμαι ελεύθερη να πάρω φόρα και να σπάσω το κεφάλι μου στον τοίχο για όσα δεν κατάφερα και ψάχνω να βρω τρόπο για να τα πετύχω. Μπορώ να μπω σε όποιο αεροπλάνο περάσει πάνω από το κεφάλι σου, να σηκωθώ και να φύγω. Το έκανα και θα το ξανακάνω.

Ίσως δεν ταιριάζω εδώ, δεν χωράω ούτε μέσα στο ίδιο μου το πετσί, ίσως μου αρέσει να καίω τα σωθικά μου, να τρώω ό,τι απέμεινε από μένα και μετά να το φτύνω στα μούτρα σου αναμασημένο. Πέθαναν τα δεδομένα και πριν πεθάνουν θρήνησα γι' αυτά χρόνια. Δεδομένοι άνθρωποι, δεδομένες αγάπες, δεδομένες φιλίες. Μέσα μου όμως ήξερα. Τίποτα δεν μου ανήκει, το μόνο που έχω δικό μου, σαν καβούκι στην πλάτη μου, είναι ο εαυτός μου. Έτσι κι εγώ θα περιφέρομαι. Σαν λύκος. Ως λύκος. Γιατί αυτό είμαι πια.  Άπλωσε το χέρι σου, μπορεί να σε μυρίσω καχύποπτα και από απόσταση, πού ξέρεις όμως, μπορεί να σε αφήσω και να με χαϊδέψεις. Είναι πιο ασφαλές το χάδι των ξένων, πίστεψέ με.

Kανείς δεν βλέπει τον κόσμο και την αλήθεια με τα μάτια του άλλου. Με τα δικά του τα βλέπει και δίνει ερμηνείες και ανόητες απαντήσεις βασισμένες σε ευτελή βιώματα, φτηνά συναισθήματα, όλα αυτά αρωματισμένα με τόνους εγωισμού. Ήταν μεγάλη η ματαίωση και η επιβεβαίωση της διαίσθησής μου ότι δεν κατάφερα να σε μάθω τίποτα. Δεν είδες τίποτα με τα δικά μου μάτια, όσο και αν το πάλεψα. Σχεδόν εμμονικά. Ήξερα κάθε φορά που έφευγες. Γιατί κάθε φορά που έμπαινες στο λεωφορείο της κεντρικής λεωφόρου δεν κοίταζες ποτέ πίσω. Μόνο ψυχρά και μπροστά.

Κάθε φορά ήξερα ότι ξεμακραίνεις και στη διαδρομή λεωφόρος-σπίτι καταλάβαινα, διάολε, και σχεδόν σιγουρευόμουν ότι  την αγάπη μου δεν μπορείς να την κατανοήσεις. Γιατί ήταν τόσο γαμημένα περίπλοκη και δύσκολη. Εσύ ήθελες τα βαρετά και τα οικονομικά. Εγώ τα πλούσια και τα βαθιά και ας είχα χρεοκοπήσει λόγω του ασυμβίβαστου του χαρακτήρα. Τα έχασα όλα. Κάποια τα κλότσησα. Ήταν πολύ φτηνά και ανούσια για μένα. Έμαθα το γελοίο της ζωής ένα βράδυ που περνούσα από αποστειρωμένες πόρτες, αφήνοντας πίσω πρόσωπα, λευκές ρόμπες, στενά γραφεία, πεύκα στην πίσω πλευρά του κτιρίου και λίστες με ψυχοφάρμακα που δοκίμαζαν σε άνθρωπο δικό μου.

Ήταν όλα γελοία εκείνο το βράδυ. Το φεγγάρι που ήταν στρόγγυλο και αγριεμένο, τα ηλίθια μηνύματα για πράγματα και δώρα που έπρεπε να δοθούν πίσω. Μα τα είχες πάρει όλα, δεν είχε μείνει κάτι άλλο να σου δώσω. Είναι φλύαρο πράγμα η φτήνια. Θυμάμαι να καταριέμαι εσένα και τον εαυτό μου. Να ουρλιάζω στο τηλέφωνο με απελπισία σε φίλη, να μη με χωράει ο τόπος, να θέλω να φάω τις σάρκες μου. Έφτασα σπίτι. Μου είχαν κλέψει το ποδήλατο. Άρχισα να γελάω υστερικά στην είσοδο του σπιτιού. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Με έφτυσα. Γκρεμίστηκα και ξαναγεννήθηκα. Ελεύθερη.

TAGS:
εμφάνιση σχολίων