0
1
σχόλια
490
λέξεις

Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΑΡΓΥΡΗΣ-ΝΙΚΟΣ ΒΑΝ ΜΠΡΟΥΣΣΕΛ
24 Σεπτεμβρίου 2014

Ξέχνα ότι υπάρχεις. Θα γίνεις καταρράκτης. Τι δεν θα έδινα να ήμουν αθάνατος για λίγο και να μπορούσα να σου έδειχνα τα πάντα. Για λίγο μόνο να τα άγγιζες. Να ήμουν λίγο περισσότερο θνητός και να μπορούσα να μου έδειχνες τα πάντα. Όταν τα άγγιζες. Κοίτα γύρω σου. Όλα φυτρώνουν και μεγαλώνουν τόσο γρήγορα. Τρέξε μαζί μου να τα προλάβουμε. Αφού το βλέπεις. Αφού με βλέπεις. Κλείνω τα μάτια προς τον ουρανό. Και ξέρω ότι έχω τυφλωθεί πριν καν ανοίξω τα μάτια μου. Όπου να ’ναι καταργείται ο χρόνος επ’ αόριστον. Χωρίς αναβολές. Πλησιάζει η ώρα. Κάθε μέρα μειώνεται η όρασή μου όλο και πιο πολύ. Από το φως. Από τον αέρα που φυσά.

Όπως τώρα. Είμαστε στην κορυφή ενός βουνού και είναι άνοιξη. Απόγευμα πριν σουρουπώσει. Ο ήλιος, έτοιμος να φανεί ξανά αφού φύγει και το τελευταίο σύννεφο από μπροστά του. Ανασαίνει όπως και πάλι. Όπως πρώτα. Ο αέρας, σχεδόν ικανός να μας ρίξει. Με τα χέρια ανοιχτά σαν φτερά και την καρδιά πιο ανοιχτή, σαν πληγή. Σαν καταρράκτης ελεύθερος που πλημμυρίζει το σύμπαν ολόκληρο και δεν αφήνει τίποτα να προλάβει να στεγνώσει. Δεν υπάρχει πια αυτή η θύμηση. Έτοιμοι να πετάξουμε. Το τελευταίο απόγευμα του κόσμου. Το τελευταίο που θα υπάρξει ποτέ.

Γιορτάζουν τα πάντα γύρω μας ελεύθερα και στη θέση τους. Για τελευταία φορά ανασαίνουν όπως πρώτα. Όπως πρέπει. Ανθίζουν. Η χαρά ανείπωτη, μα πιο φωτεινή από τον ήλιο. Μόνο εσύ πιο λαμπερή. Σε κοιτάζω από το πλάι να έχεις κλειστά τα μάτια σου και σχεδόν να χαμογελάς. Δεν το κρύβεις αλλά είσαι τόσο κοντά στο άπειρο. Μια γαλήνη, επειδή ξέρεις πού βρίσκεσαι, επειδή ανασαίνεις όπως πρώτα. Ανοίγεις τα χέρια σου πιο πολύ να σε κυριέψει ο αέρας. Με το κεφάλι σου προς τα κάτω για να νιώσεις τον ίλιγγο που είναι έτοιμος να σε καταπιεί. Το τελευταίο απόγευμα που θα υπάρξει ποτέ. Δεν θα υπάρξει άλλο. Και όλα είναι τόσο απόλυτα όμορφα, επειδή υπάρχουν γύρω μας αυτή τη στιγμή. Επειδή εκεί πρέπει. Και ανασαίνουν ακόμα. Η μέρα δροσίζει περισσότερο, ο αέρας δυναμώνει όλο και πιο πολύ, ο ήλιος έχει ήδη αρχίσει να πέφτει. Δραματικά όμορφα και ακριβά πολύ. Σε όλο το κορμί ανατριχίλα. Τόση που ψηλώνεις κι άλλο.

Και βουτάμε στο κενό. Στα πάντα. Από πάνω τους, δίπλα τους, μέσα τους. Όλα στροβιλίζονται με απίστευτη ταχύτητα. Οι τελευταίες σταγόνες του ήλιου, οι πορτοκαλί, οι θεϊκές, φωνάζουν με όλη τους τη δύναμη, ουρλιάζουν, επειδή ανασαίνουν όπως πρέπει. Όπως πρώτα. Τραγουδάνε το κύκνειο άσμα τους σαν άνθρωποι. Εμείς σαν ήλιοι λάμπουμε. Αιωρούμαστε στο απέραντο πάπλωμα της δύσης, που τα πάντα γύρω σε όλη τη γη έχουν πάρει το χρώμα της. Λάμπουν και αυτά ακριβά και αναντικατάστατα. Ανασαίνουν μαζί. Το χρώμα της δύσης σαν έκρηξη μεγαλώνει. Απλώνεται σαν χάδι. Όλα πιο φωτεινά, πιο λαμπερά, πιο άπειρα και πιο θνητά χαρίζουν την τελευταία τους αναπνοή στην ομορφιά και τη δόξα αυτής της στιγμής, που θα υπάρχει για πάντα και θα χαθεί σε μια στιγμή για πάντα.

TAGS:
εμφάνιση σχολίων