Λίγο πριν το διάλειμμα, λίγο πριν τα φώτα, μες στην ησυχία, μες στην ταινία, δίπλα από τη θάλασσα, τα βράχια, με το φεγγάρι να κρυφοκοιτάζει δίπλα από τους ευκάλυπτους μέχρι να ανάψουν τα φώτα και να ανάψει ο ήλιος. Το αστέρι ήταν έφηβο και τα μάτια του ήταν σαν ελληνικού θεού στα νιάτα του. Η φωνή του είναι το ποίημα οι «Μέρες του 1901» και φυσικά η ηδονή του είναι ο χώρος μέσα στο φως, τοποθετημένο στο αχανές σκοτάδι, μυστήριο και ποιητική αγωνία για τα νεφελώματα και ιστορική αμνησία μακριά από λογοτεχνία, τρόπους, μακριά από κάθε πρακτική βιογραφία. Επαναλαμβάνει συνεχώς ότι του αρέσει να πέφτει. Επαναλαμβάνει την απλότητα. Η χρησιμότητά του όμως είναι τέτοια που δεν γίνεται αλλιώς.
Το αστέρι ματώνει αμνησία, μνήμη, μέλλον και γαλήνια ομορφιά σε αφθονία. Σπλάχνα θαλασσινά και ουράνια. Μάτια ιωδίου με χρώμα που σκουραίνει ή ανοίγει, αναλόγως με το πόσο έντονα νιώθονται - τα μάτια. Η καρδιά του μέσα έχει άλλη μια. Κι εκείνη κι άλλη. Κι ως το άπειρο και ακόμα παραπέρα, μετά τον χρόνο.
Μυρίζει αλάτι, φωτιά και μέλλον απόψε. Χτυπημένο, το αστέρι κάνει να μιλήσει και ακούς στίχους από ποιήματα ενωμένα με νότες που τις καταλαβαίνει το πιο μικρό παιδί, μελωδία που κάνει τα αστέρια να τρεμοπαίζουν, τα αστέρια, τα υπόλοιπα, οι μακρινές μας λάμπες, μελωδία που τα κάνει πιο ανθρώπινα και πιο χειροπιαστά. Αυτό είναι το παν. Να γίνουν όλα πιο ανθρώπινα. Να προλάβουμε το αστέρι μέσα μας. Να το διδάξουμε και να το χαρίσουμε.
Μάθημα πρώτο: Αυτό που αγαπάς, είναι όλες οι εποχές μαζί. Και χώρια. Δεν έχω, επειδή δεν ξέρω, εμπόδια. Το μόνο εμπόδιο είμαι εγώ. Καληνύχτα αστέρι. Πέσε ξανά.
εμφάνιση σχολίων