Εκείνο το βράδυ, ξάπλωσε μαζί του για πρώτη φορά. Το βλέμμα του της είχε πει πως η κορμοστασιά της ήταν η πιο όμορφη στον κόσμο. Ενώ την αγκάλιαζε, ένιωσε τα χέρια του να χαϊδεύουν το κύρτωμα στην πλάτη της. Δεν τον ενόχλησε. Την αγκάλιασε πιο σφιχτά. Όταν βυθίστηκαν μαζί στην 25η ώρα, εκείνη κατάλαβε ότι οι ώρες θα έπεφταν πια από το σώμα της και θα απαλλάσσονταν από το βαρύ φορτίο της.
Ταξίδεψαν αγκαλιασμένοι σε μια άκρη του σύμπαντος, εκεί που κυκλοφορούν οι ψυχές των νεκρών. Είδαν τις χλωμές ψυχές όσων πέθαναν στα κρεβάτια τους, τις πορφυρές όσων πέθαναν πάνω στον έρωτα και τις διάφανες των πεθαμένων παιδιών. Οι τελευταίες μοσχοβολούσαν ρόδο κι ήταν πιο ανάλαφρες κι από τον άνεμο. «Θέλεις να πάρουμε ένα διάφανο παιδί;» τη ρώτησε εκείνος. Του έγνεψε καταφατικά και τότε το πιο ανάλαφρο και μυρωδάτο απ’ όλα ήρθε και στάθηκε ανάμεσά τους.
Το πρωί εκείνη ξύπνησε με ένα διάφανο μωρό στην αγκαλιά της. Δεν το έβλεπε κανείς εκτός από αυτήν και τον αγαπημένο της. Σε εννιά μήνες, βυθίστηκε πάλι στην 25η ώρα και γέννησε ένα μωρό μ’ αγγελική μορφή που μοσχομύριζε ρόδο. Από τότε, όλες οι ώρες γλίστρησαν από την πλάτη της κι έμεινε μόνο η 25η, η πιο βαριά, γιατί μέσα σ’ εκείνη μεγάλωνε τον άγγελό της. Όμως δεν την ένοιαζε, τη σήκωνε με τόση ευκολία όσο ένα φτερό.
Δεν ξανακύρτωσε ποτέ της. Ούτε ξανάτρεξε να ξεφύγει. Άλλωστε, τα παιδιά που πιάνονται και γεννιούνται την 25η ώρα ξεγελούν τον χρόνο και τον αλλάζουν σε ένα γηραλέο πλάσμα που περπατάει αργά σέρνοντας τα πόδια του. Κι οι ώρες γέρασαν κι αυτές και σταμάτησαν να την κυνηγούν. Τις είχε νικήσει. Και τις είκοσι τέσσερις…
Την 25η δεν θέλησε να την προσπεράσει ποτέ. Ήθελε μονάχα να περπατάει μαζί της. Κι αυτά δεν τα ήξερε κανείς. Μόνο εκείνη και ο αγαπημένος της κι όλα τα άλλα ζευγάρια που ταξίδεψαν κάποτε σε μια άκρη του σύμπαντος για να τα διαλέξουν ένα διάφανο παιδί που μοσχοβολούσε ρόδο.
εμφάνιση σχολίων