Και το Φθινόπωρο, όταν η μάνα σου θυμώσει με την ακαταστασία, θα γυρίσεις μια μέρα και θα βρεις στο μπαλκόνι όλα σου τα σχέδια, γραπτά και φωτοτυπίες από τα βιβλία που δεν είχες λεφτά να αγοράσεις. Θα μείνουν εκεί μέχρι να κιτρινίσουν οι σελίδες.
Σ’ αυτό το μπαλκόνι, πότε θα καίει το μωσαϊκό από τη ζέστη και πότε θα ‘ναι γεμάτο λάσπη και σκόνη. Άλλες φορές θα βγεις από περιέργεια να δεις γιατί φωνάζουν οι γείτονες, αν αναγνωρίζεις τα αυτοκίνητα που τράκαραν, ποιον έχει η νεκροφόρα που περνάει με τον μαυροφορεμένο κόσμο να ακολουθεί, αν πρέπει να σε φοβίζει η φωτιά που άρπαξε στην απέναντι βουνοπλαγιά. Ύστερα φεύγεις από το σπίτι. Στο μπαλκόνι, ένα καβαλέτο που το ‘φαγε κυριολεκτικά ο σκόρος.
Τα τελευταία χρόνια για κάποιον ανεξήγητο λόγο το μυαλό σου γεμίζει με αναμνήσεις από εκείνο το μπαλκόνι του πατρικού σου σπιτιού. Τα καλοκαίρια που δεν είχες σχολείο, το γλυκό πρωινό ξύπνημα που με λαχτάρα περίμενες αλλά σε ξύπναγαν οι φωνές αφού όλη η οικογένεια μαζευόταν από κάτω στην αυλή να πιουν καφέ. Από το ίδιο μπαλκόνι χρόνια μετά έβγαινες να φωνάξεις τη μητέρα σου όποτε τη ζητούσαν στο τηλέφωνο. Το Πάσχα άκουγες τις φωτοβολίδες και την καμπάνα της Αγίας Άννας. Κι ύστερα φώναζες τη γιαγιά σου, για να ανέβει επάνω και να δει τα σίριαλ του Φώσκολου, αφού εκείνη δεν είχε τηλεόραση, κάθε μέρα επί χρόνια. Κι ο πατέρας σου να ξινίζει αν τύχαινε να παίζει ποδόσφαιρο την ίδια ώρα. Μετά αλλάξατε τα σκουριασμένα κάγκελα. Ασφαλής πια στηριζόσουν επάνω τους. Κι όταν πήρατε σκύλο, με ένα σκοινί και ένα καλάθι, αυτοσχέδιο ασανσέρ, τον κατέβαζες από το μπαλκόνι στην υπόγεια αυλή.
Ένα βράδυ στη δευτέρα λυκείου ξέχασες τα κλειδιά σου, κι έτσι σκαρφάλωσες από το μπαλκόνι για να μπεις στο δωμάτιό σου. Θυμάσαι; Ο πατέρας σου νόμιζε πως είχαν μπει κλέφτες και φορώντας μόνο το άσπρο σώβρακο πετάχτηκε με το δίκαννο στο χέρι. Δίπλα η μάνα σου με το νυχτικό και ο σπυριάρης αδερφός σου. Στο τσακ τη γλίτωσες και δεν σε πυροβόλησε κατά λάθος. Αργότερα, προς το τέλος της εφηβείας, πρώτος έρωτας, πρώτο τσιγάρο και μια μπουκάλα βότκα. Ξημερώματα, διάβαζες κλαίγοντας ένα μήνυμα στο κινητό που έλεγε πως δεν σε αγαπάει πια. Πως είναι καιρός να το πάρεις απόφαση ότι όλα τέλειωσαν μεταξύ σας. Κι εσύ να μην ξέρεις πώς να διαχειριστείς όλα αυτά τα συναισθήματα που ξαφνικά γεννήθηκαν μέσα σου. Σκέφτηκες να πέσεις από αυτό το μπαλκόνι. Αλλά δεν το έκανες. Όχι από φόβο αλλά μια φωνή φώναζε μέσα σου, πρέπει να συνεχίσεις. Ακόμα δεν ξέρεις γιατί.
Κι όσο μεγάλωνες τόσο μεγάλωνε και το μπαλκόνι και άλλαζε. Τα κάγκελα ξεθώριασαν, το σκοινάκι της μπουγάδας κόπηκε και μια μεγάλη σφηκοφωλιά στο φωτιστικό πάνω από την μπαλκονόπορτα, σαν ηχείο ενός βουητού που λες και ξεκίνησε για να σωπάσει τις φωνές του παρελθόντος. Στην αυλή από κάτω οι επισκέπτες λιγόστεψαν. Μα καμιά φορά, όταν πηγαίνεις πίσω στο πατρικό σου για λίγο, ξυπνάνε οι ήχοι και οι αναμνήσεις επιστρέφουν κι όλοι όσοι χάθηκαν από τη ζωή σου και είναι σαν να παίρνει το μπαλκόνι ζωή. Σαν ένα πάρτι της λήθης. Στέκεσαι εκεί με τα χέρια στα κάγκελα να σε χτυπά το δροσερό αεράκι. Και ηρεμείς που το μπαλκόνι άλλαξε, αλλά δεν άλλαξε η θέα του.
εμφάνιση σχολίων