Και ήταν μέρες απελπισίας που νόμιζαν ότι δεν θα ξανάβλεπαν το λαμπερό χρώμα της, ούτε θα άκουγαν ξανά τη φωνή των γλάρων.
Γιατί ο κόσμος δεν ήταν πάντα άσχημος. Κάποτε μπορούσα να τους δω και να τους ακούσω. Κάποτε. Tότε που η γη ήταν πράσινη και ο ουρανός μπλε. Τότε μιλούσαν. Μιλούσαν μεταξύ τους, μιλούσαν με τα ζώα, με τα βουνά, με τα ποτάμια, με τα σύννεφα, με τον ήλιο και με τη θάλασσα. Και έλεγαν ιστορίες, πολλές ιστορίες, για τη ζωή τους, για τα όνειρά τους, για το μέλλον τους. Και μάλωναν για το πού θα πάνε διακοπές και πού θα γιορτάσουν την επέτειο και τα γενέθλια. Και τα βράδια τούς άκουγα να τραγουδάνε φάλτσα γύρω από την καλοκαιρινή φωτιά. Και άλλους δεν τους άκουγα που φιλιούνταν κρυφά πίσω από τους τοίχους.
Επίσης κλαίγανε. Κλαίγανε πολύ. Ειδικά για τον θάνατο. Για τους χαμένους φίλους και αδερφούς, για τους χαμένους αγώνες, για τα χαμένα όνειρα. Για τους χαμένους εαυτούς. Και μετά μιλούσαν με μίσος και έκαναν άλλους να κλαίνε για τα αδέρφια τους, ενώ άλλοι αποφάσιζαν να μη νιώθουν τίποτα και έφευγαν χωρίς να χαιρετήσουν. Οι περισσότεροι όμως κλαίγανε ξανά. Αλλά κλαίγανε και στην ευτυχία το ίδιο δυνατά. Κλαίγανε στις γέννες, στα γενέθλια, στις συναυλίες, στον έρωτα, στα ωραία γεύματα, στις εκπλήξεις από φίλους και στις αγκαλιές της μαμάς. Και αμέσως μετά, γελούσαν. Και το γέλιο, τόσο τους ξεθέωνε που ξάπλωναν και έμεναν ακίνητοι κάτω από τα αστέρια. Και μετά άρχιζαν πάλι τις ιστορίες τους.
Ήταν όμως και κάποιοι άνθρωποι αλλόκοτοι, που δεν μιλούσαν πολύ. Ούτε γελούσαν πολύ, ούτε έκλαιγαν, ούτε έλεγαν ιστορίες για τα όνειρά τους. Αυτοί μόνο μετρούσαν και μιλούσαν για αριθμούς. Αυτοί δεν κοιτούσαν τα αστέρια για να ονειρευτούν, αλλά για να τα μετρήσουν. Μάλλον δεν θυμούνταν τα φιλιά που έδωσαν και τις αγκαλιές που πήραν και τα μπάνια που έκαναν και το πρώτο λουλούδι που μύρισαν και την πρώτη τους απογοήτευση ή τον πρώτο έρωτα. Μάλλον δεν τα θυμούνταν όλα αυτά, γιατί όλο μετρούσαν πόσο ψηλά έφταναν τα κύματα και πόσο δυνατά φυσούσε ο αέρας. Και αν μια γη ήταν ακόμα πράσινη, τη μετρούσαν και αυτή.
Και ύστερα, μάζευαν και αυτούς που ήξεραν να ακούν τη θάλασσα και τους μάλωναν. Τους φώναζαν ότι δεν είναι καιρός για μεθυσμένα ξενύχτια στην παραλία. Τους έκλεβαν τον ουρανό, τους έδειχναν κείμενα με αριθμούς, τους έπειθαν ότι κανένα όνειρο δεν αξίζει αν δεν μπορείς να το μετρήσεις και να το συγκρίνεις με του αδερφού σου.
Και ύστερα τους έδιναν όπλα, τους έδειχναν το όνειρο και τους έλεγαν «Χτύπα, τώρα ξέρεις να μετράς!». Και κάποιοι χτυπούσαν. Και μάλιστα χτυπούσαν τόσο δυνατά που μετά δεν μπορούσαν να μιλήσουν, ούτε να κλάψουν, ούτε να γελάσουν. Πλέον, ήξεραν μόνο να μετρούν και να χτυπάνε όνειρα. Και αυτοί έκλεβαν ουρανούς και σύννεφα άλλων και τους έδιναν όπλα. Και οι λίγοι που δεν χτύπησαν, άρχισαν να κάνουν πορείες και να φωνάζουν για τις ανθρώπινες φυλακές και τις ληστείες. Έλεγαν τραγούδια για την ελευθερία και ούρλιαζαν για να μη χάσουν τη δική τους. Ούρλιαζαν μέχρι να κλείσει η φωνή τους. Και οι άλλοι παίρνανε τα όπλα και σημάδευαν αυτούς που κάποτε φιλούσαν.
Και έτσι ο κόσμος έγινε άσχημος. Αυτοί που φώναζαν, σιγά σιγά σταμάτησαν γιατί δεν μπορούσαν να βρουν την ελπίδα. Και μαζί με τις φωνές σταμάτησαν τα γέλια και τα κλάματα, οι ιστορίες, τα πάρτι, τα μεθυστικά φιλιά, τα καλοκαίρια και τα όνειρα. Και αφού σταμάτησαν τα όνειρα, δεν υπήρχε κάτι άλλο να σταματήσει. Κι άλλοι άνθρωποι έφυγαν χωρίς να χαιρετήσουν κι άλλοι έμειναν με την ανάμνηση των φιλιών κάτω από τα αστέρια.
εμφάνιση σχολίων