Κουράστηκαν τα ακροδάχτυλά μου να ζωγραφίζουν τη σκιά που θα ξαποστάσω, με εγκαταλείπουν τα πόδια μου που περπατάω σ’ ερήμους και με καίει η μοναξιά. Διψάω Θεέ μου, αλλά όχι πάλι με δάκρυα να καταπιώ τον πόνο μου. Θέλω να φτάσω στον προορισμό μου. Αυτόν που έχτιζα από τότε που με θυμάμαι να υπάρχω, από τότε που άρχισα να συνειδητοποιώ πως οι άνθρωποι ονειρεύονται…
Και ξαφνικά ακούγεται από το μεγάφωνο: «Δεσποινίς επιβάτη Νο 129, το ταξίδι για τον ακριβή αυτό προορισμό σας αναβάλλεται λόγω αδιαίρετης επιμονής. Ο νέος σας προορισμός λέγεται το απροσδόκητο… Καλό σας ταξίδι». Είμαι ήδη στο τρένο, η ματιά μου καρφωμένη στο παράθυρο και καμία εικόνα γνώριμη, ο ήχος της διαδρομής δεν μου είναι οικείος κι όλα γύρω θολά. Σκουπίζω την περίσσια των δακρύων μου να δω καθαρά, να καταλάβω. Ήρθε η ώρα να λησμονήσω. Ήρθε η ώρα να αποβιβαστώ.
«Ό,τι αισθάνεστε καταγράφεται», γράφει στο τελευταίο σκαλί. Παύση. Βήματα στη νεκρή σιωπή. Η αναπνοή μου ακούγεται από τα πνευμόνια, μπορεί και να τα σπάσει. Φοβάμαι και δεν ελέγχω τίποτα. Ούτε εμένα, ούτε τη σκέψη μου, και η καρδιά μου προσπαθεί να επικοινωνήσει με δυνατούς χτύπους. Δεν καταλαβαίνω αν θέλει να αποδράσει ή ερωτεύεται. Τα ‘χω χάσει και οι ερμηνείες μου στέρεψαν. Ένας ήλιος μού χαϊδεύει το πρόσωπο και πουθενά σκιά. Με χαϊδεύει, δεν με καίει. Μα πού είναι η σκιά που γύρευα; Το χώμα κατακόκκινο και τα γυμνά μου πόδια ολοένα και βυθίζονται. Με αγκαλιάζει η γη. Είμαι εγώ κι αυτός. Άραγε τι πιο σπουδαίο από την ύπαρξή του πλάι σου, γύρω σου…
Ας γκρεμιστούν όλα. Κάθε ανηδονική προσδοκία να θυσιαστεί στον βωμό της στιγμής, αυτού του γήινου έρωτα που μέσα στα αγκάθια γεννάται και δεν πληγώνεται, που έχει δύναμη τόση τα αγκάθια σε βιολέτες να μεταμορφώσει, που με χρώμα κάθε ερμηνεία θα πνίξουν. Όχι άλλη προσδοκία, μονάχα επιθυμία: Να συνεχίσει να μου καίγεται το πρόσωπο. Κι έτσι δειλά, με τα μάτια κλειστά, μέσα στην παραζάλη, ο ήλιος είναι κιόλας μέσα μου. Τόσο φως ικανό να λάμψει αμέτρητες ψυχές, κουρασμένες, που σέρνονται αγκομαχώντας ακόμα στους σταθμούς και περνάνε τρένα και φεύγουν και χάνονται προορισμοί και δεν ξημερώνει ποτέ.
Άραγε ο αριθμός του εισιτηρίου μου ήταν τόσο τυχερός; Άραγε έτσι έπρεπε; Άραγε εδώ ανήκω ή μήπως το τελευταίο σκαλί άλλο εννοούσε; Εεεεε! Μ’ ακούει κανείς; «Άραγε» πολλά, στοιβαγμένα πίσω από ένα «γιατί» κι απέναντί του το «επειδή» χαμογελά, ξέροντας - έχει και την ερώτηση και την απάντηση, άσο στο μανίκι του. Μα εγώ το άραγε θα το κρατήσω όχι για να το απαντήσω, αλλά για να το χαρίσω στο απροσδόκητο… Εκείνο μου δώρισε έναν ήλιο κι εγώ του δίνω πίσω το παιδί του, το «άραγέ» του. Η εικόνα του αρκεί για να πλουτίζω τις στιγμές μου, για να ποτίζω την καρδιά μου, να ανθίζει και να μαραίνεται, να ανθίζει και να μαραίνεται, να ανθίζει και να μαραίνεται. Το ίδιο να κάνεις κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ, κι εγώ…
εμφάνιση σχολίων