0
1
σχόλια
898
λέξεις

Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΛΟΥΚΑΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ
29 Μαΐου 2014
Τελικά δεν μπορείς να μη συνδέεις κοινωνικά φαινόμενα με τις εκφάνσεις του ψυχισμού. Η πραγματικότητα σε κάποιες περιόδους δεν σ’ αφήνει να μην ασχοληθείς με το κοινωνικό και είναι σαν να σε αναγκάζει να το αναγάγεις στο ψυχικό.

Μετά το πέρας των αποτελεσμάτων των δημοτικών εκλογών αλλά και των ευρωεκλογών, βρεθήκαμε μπροστά σε μια άνοδο της Χ.Α. που μέσα μας μπορεί και να μην την περιμέναμε. Τα media, βούτυρο στο ψωμί τους ώστε να γεμίσουν τα δελτία τους και να αρχίσουμε άλλον έναν γύρο ανούσιων, για μένα, αναλύσεων για το τις πταίει επιτέλους κι αυτό το μόρφωμα αντί να πάρει τον κατήφορο ενίσχυσε τα ποσοστά του.

Στα δύσκολα ερωτήματα καμιά φορά η απάντηση είναι μπροστά μας, αρκεί να γυρίσουμε και να την κοιτάξουμε. Και σ’ αυτή την περίπτωση η απάντηση ήρθε από κάπου αλλού και μας φώναζε να την αναγνωρίσουμε. Ο Πειραιάς και ο Βόλος μάς έδωσαν ένα χαστούκι το οποίο είναι τόσο ηχηρό ώστε επιστρατεύσαμε όλες μας τις άμυνες και τις εκλογικεύσεις για να μην πάρουμε το μήνυμα. Δεν θέλουμε να το ακούσουμε, δεν θέλουμε να το συνειδητοποιήσουμε και προπαντός, όταν οι άμυνες σε κάτι τόσο προφανές ενεργοποιούνται, υποκρύπτουν τόσο την επιθυμία όσο και την ενοχή για την επιθυμία.

Δεν νομίζω ότι θα έχει κάποιο νόημα να μπω σε μια διαδικασία να αναλύσω με ψυχολογικούς όρους τις περσόνες των δύο προέδρων. Άλλωστε, οι τοπικές κοινωνίες που τους εξέλεξαν μας είπαν σαφώς με την επιλογή τους ότι έχουν και κοντή μνήμη αλλά και ισχυρούς μηχανισμούς άμυνας να μας αντιπαραβάλλουν. Και όπου οι άμυνες ενεργοποιούνται, τότε το θεραπευτικό αποτέλεσμα μπαίνει σε δοκιμασία, μιας και η επιθυμία είναι ισχυρότερη της λογικής. Άλλωστε το κείμενο απευθύνεται σε αυτούς και μόνο που μπορούν να δουν πίσω από το αποτέλεσμα και σε όσους θα ήθελαν να κάνουν μια αναγωγή το πώς δύο δημοκρατικά εκλεγμένοι τοπικοί άρχοντες εξηγούν το φαινόμενο του φασισμού στην καρδιά του Νεοέλληνα.

Το μόνο εν συντομία που θα ‘θελα να παραθέσω είναι ότι ο μεν ένας αντιπροσωπεύει την έννοια του τραμπουκισμού με τον μανδύα του τίμιου ντόπιου που αγαπά την ομάδα του και ο δε άλλος τη δύναμη του κατέχοντος το χρήμα που παρακάμπτει με αυτό το οποιοδήποτε εμπόδιο. Άρα η βία και η δύναμη του χρήματος, με την οποία παρακάμπτουμε την όποια ανθρώπινη αξία μάς ενώνει, είναι δυο έννοιες με τις οποίες ο κάθε Έλληνας θα ήθελε να συνταχθεί σε περιπτώσεις που αυτή του η επιλογή θα αφορά την αυλή του και το σπίτι του.

Έξω από το σπίτι μας είμαστε δημοκράτες, αλλά όταν καλούμαστε να βάλουμε αυτή τη δημοκρατία μέσα στο σπίτι μας, τότε προτιμούμε να φορέσουμε μια άλλη μάσκα. Αν μη τι άλλο, αυτό υποδεικνύει ένα βαθύ διχασμό τον οποίον ακόμα και εμείς δεν είμαστε σε  θέση να τον ερμηνεύσουμε πέρα από το να τον αναγνωρίσουμε.

Θέλουμε δηλαδή να μας εκπροσωπούν τόσο η βία όσο και η δύναμη. Όσο πιο βίαιος και δυνατός είναι ο εκπρόσωπός μας (άρα και η προβολή μας ως αναπαράσταση του εαυτού μας), τόσο ταυτιζόμαστε μαζί του δείχνοντας από κάτω πόσο αδύναμοι νιώθουμε και ανυπεράσπιστοι. Το αδύναμοι και ανυπεράσπιστοι όμως είναι και η αντίθετη όψη του ίδιου νομίσματος. Δηλαδή επιθετικοί και καταστροφικοί απέναντι στους άλλους. Αρκεί οι άλλοι να είναι από το διπλανό χωριό. Και όπου «διπλανό χωρίο» επιλέγουμε κατά περίπτωση και κατά πόσο μας συμφέρει. Διπλανό χωριό μπορεί να είναι η διπλανή πόλη, ο γείτονας, ο συνάδελφός μας, ο θείος μας, οι γονείς μας, ο σύντροφός μας και ούτω κάθ’ εξής.

Δεν στέκομαι τόσο στο χαρακτηριστικό της αδυναμίας όσο στο στοιχείο της «αρπαγής» με τη βία. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη ηδονή που υποκρύπτει την ενοχή που προανέφερα. Θέλουμε να αρπάξουμε με τη βία αυτό που μας στερούνε, καταστρέφοντας μάλιστα και ό,τι σταθεί εμπόδιο απέναντί μας. Σαν λαός φαίνεται να περνάμε τα τελευταία 200 χρόνια μια παρατεταμένη περίοδο στέρησης, θυμού και επιθετικότητας στον διπλανό μας.

Οι ταυτίσεις μας με βίαιους και άνομους ανθρώπους δείχνει αυτό που θα θέλαμε να είμαστε αλλά δεν τα καταφέρνουμε, και το πόσο μειονεκτικά νιώθουμε μέσα μας. Τα παραδείγματα στην ιστορία άπειρα. Ταυτιζόμαστε με τους κοτζαμπάσηδες όσο αυτοί μας εξασφάλιζαν το κατιτίς στη γεωγραφική περιοχή που ανήκαμε, τους βίαιους συνεργάτες των Γερμανών τούς κάναμε κυβερνητικούς υπαλλήλους μετά τον εμφύλιο, στην επταετία σιωπηρά αποδεχθήκαμε την πλήρη αποδιάρθρωση του κρατικού μηχανισμού και την επιλεκτική εύνοια που αυτή μας παρείχε κατά περίπτωση. Στα ηρωϊκά ’80s του Ανδρέα, ο ισχυρός Μένιος ξεψυχούσε στο ειδικό δικαστήριο και αυτό δεν μας ταρακούνησε ότι όλα είναι μια φούσκα. Όταν ήρθε η πραγματική φούσκα του ισχυρού χρηματιστηρίου που κατέρρευσε σε μια νύχτα, ούτε και αυτό μας ταρακούνησε. Όταν ένας σύγχρονος πολιτικός ανακάλυψε τους «άλλους» νταβατζήδες ξαφνικά, τον κάναμε πρωθυπουργό ελπίζοντας να μας φέρει τους δικούς του! Και νομίζω άθελά του αυτή ήταν και η πιο ουσιαστική συνεισφορά του στη σύγχρονη ελληνική ιστορία! Τοποθέτησε τον Νεοέλληνα στη σωστή του θέση.

Ενστικτωδώς είμαστε ανεξέλεγκτοι και κηδεμονευόμενοι από ισχυρούς άνομους. Υπό την σκέπην τους καλύπτουμε και συγκαλύπτουμε τα όποια μας επιθετικά ένστικτα για τους άλλους. Οι κλέφτες και οι αρματολοί μάς τείνουν χέρι βοηθείας σε κάθε στροφή της σύγχρονης ιστορίας μας, με αντίτιμο την υποταγή μας σε αυτούς. Κι εμείς τους τοποθετούμε σαν τον άλλον μας εαυτό στην εξουσία που ποτέ δεν θα έχουμε. Γι’ αυτό και για άλλα πολλά ας μην ψάχνουμε πολύ μακριά γιατί ο φασισμός μας μπήκε και στη βουλή. Πρώτα πέρασε από το σπίτι μας, του ανοίξαμε την πόρτα και την κλείσαμε στον γείτονα. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, η Ελλάδα είναι γεμάτη τόσο από λιμάνια όσο και από προέδρους!

TAGS:
εμφάνιση σχολίων