Βλέπεις, το να μιλήσεις σε κάποιον πολλοί το θεωρούν εύκολο. Εγώ όμως όχι. Όταν κοιτάω τον άλλο, βλέπω μονάχα τη «μαυρίλα» του. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε μέσα μας το μαύρο χρώμα, σε διαφορετικό βαθμό βέβαια ο καθένας. Κάποιοι καταφέρνουν να το ελέγξουν και να το περιορίσουν, οι περισσότεροι όμως το αφήνουν να μεγαλώνει, μέχρι που κάποια στιγμή τους τρώει ζωντανούς. Αυτή η μαυρίλα όμως δεν καλύπτει απλώς ένα μέρος της ψυχής μας, καλύπτει και ένα μέρος της σκέψης μας. Όταν σου μιλάω, όταν σου λέω τις σκέψεις μου και τα όνειρα μου, αυτή η μαυρίλα αρχίζει να δουλεύει μέσα σου και εσύ αρχίζεις να με κρίνεις. Τα χείλη σου μου δίνουν καταφατικές μικρές λέξεις, αλλά τα μάτια σου μου μαρτυρούν ολόκληρες προτάσεις, όλες τους εισαγόμενες με ένα αλλά, όμως, αν και.
Το χαρτί αντιθέτως είναι πάντα εκεί για μας. Είναι εκεί ώστε να το στολίσουμε με ανθρωπάκια και σπιτάκια όταν ακούμε νωχελικά τον τηλεφωνικό συνομιλητή μας να θέτει θέματα, τα οποία στη συνέχεια απαντάει μόνος του και κατά διαστήματα ζητάει τη γνώμη μας, παρόλο που η μόνη γνώμη που μπορούμε εκείνη τη στιγμή να του δώσουμε είναι σχετικά με την πρόοδο που έχουμε κάνει στο σκιτσάρισμα. Είναι εκεί, στα μεγάλα αμφιθέατρα, να συνοδεύσει τον κάθε φοιτητή στον δίκαιο και έντιμο αγώνα του, προσφέροντάς του πληροφορίες που ο ίδιος πρόλαβε να σημειώσει πάνω του το πρωί καθώς έπινε αγουροξυπνημένα τον κρύο και αποτυχημένο του φραπέ.
Πέρα απ’ αυτά όμως, το χαρτί είναι εκεί όταν θέλεις να δεις το άσπρο που κρύβεται μέσα σου. Όταν θέλεις να βγάλεις, να ξεφορτωθείς ένα κομμάτι από το δικό σου «μαύρο», από τον δικό σου πόνο, τη δική σου ζήλια, το δικό σου κόμπλεξ. Το χαρτί στέκεται επιδεικτικά μπροστά σου, γυμνό και λευκό, με όλη την αθωότητα που του προσδίδει η λευκότητά του, ζητώντας σου να του επιτρέψεις να πάρει ένα μέρος απ’ όσα κουβαλάς μέσα σου. Η αλήθεια είναι πως λίγοι το αφήνουν να πάρει αυτό το φορτίο από πάνω τους. Οι περισσότεροι το βλέπουν εντελώς διαφορετικά. Όταν έρχονται αντιμέτωποι με αυτό το χαρτί, με αυτό το όπλο και σύμμαχο όσων έχουν καταλάβει και εκτιμήσει τη δύναμη της τέχνης και της έκφρασης, δεν βλέπουν το λευκό του χρώμα. Δεν βλέπουν το καταφύγιο που απλόχερα προσφέρει. Οι άνθρωποι αυτοί είναι δειλοί. Φοβούνται το μαύρο, φοβούνται την αλήθεια και το κυριότερο φοβούνται τους ίδιους τους τους εαυτούς.
Κάτι μου λέει πως όποιος το διαβάσει αυτό θα έχει δύο σημαντικές επιλογές. Μπορεί να επιλέξει να μουτζουρώσει το χαρτί μου με το μελάνι του, μπορεί όμως και να επιλέξει να βρει το δικό του χαρτί, τη δική του νότα, τη δική του κίνηση, το δικό του όπλο και να αρχίσει σιγά-σιγά να αποβάλλει αυτό το μαύρο που μας τρώει την ψυχή, τα νιάτα και το κυριότερο, που δεν μας δίνει τίποτα παραπάνω από ψεύτικες, άσκοπες και ηλίθιες σχέσεις, που ο ένας απλώς υποφέρει σιωπηλά τη μαύρη ύπαρξη του άλλου.
εμφάνιση σχολίων