Καθόμασταν στο σπίτι της και μου έλεγε ιστορίες από παλιά, ιστορίες πολέμου, ιστορίες που σου μεταδίδουν τόσα συναισθήματα που κάνουν την καρδιά σου να βαραίνει, ιστορίες που για να τις ξεπεράσεις θέλεις μια θαρραλέα ψυχή και αγάπη, αγάπη για τη ζωή κυριότερα. Σε κάποιες άλλες συζητήσεις μας με ρωτούσε με ανυπομονησία: «Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;». Και εγώ, χωρίς να το πολυσκεφτώ, απαντούσα «ευτυχισμένη». Με έβλεπε και βούρκωνε, και μου έλεγε «στο εύχομαι, κοριτσάκι μου, απ’ τα βάθη της ψυχής μου».
Ήμουν πολύ μικρή για να καταλάβω το γιατί. Μονάχα χανόμουνα στην αγκαλιά της, της σκούπιζα τα δάκρυα και νόμιζα πως έδιωχνα τους δαίμονες που τη βάραιναν, νόμιζα πως τους εξόρκιζα σε μέρη που δεν μπορούσαν να τη βρουν ποτέ. Δεν ήξερα τι ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω, δεν είδα ποτέ μου τη δουλειά σαν προορισμό, την ευτυχία όμως την έβλεπα σαν προορισμό… Δεν ήξερα τι επάγγελμα θα έκανα, αλλά ήξερα πάντα τι άνθρωπος ήθελα να γινόμουν. Και τελικά έγινα.
Περνούσαν τα χρόνια και αναζητούσα πάντα την αγκαλιά της, ένιωθα ασφάλεια όποτε κρυβόμουν εκεί, ένιωθα ένας μικρός θεός, ένιωθα πως μπορούσα να κάνω τα πάντα. Τελικά σπίτι σου δεν είναι τίποτα περισσότερο από δύο χέρια που θα σε κρατήσουν σφιχτά όταν θα είσαι στα χειρότερά σου, και λίγα λόγια αγάπης που θα κρυφτούν στις πιο βαθιές πληγές σου και θα τις θεραπεύσουν. Έμαθα πολλά μαζί της, έμαθα να μαγειρεύω, να φτιάχνω μάλλινες δημιουργίες, έμαθα γιατροσόφια, έμαθα να φυτεύω, να σκαλίζω, μα περισσότερο απ’ όλα έμαθα να είμαι άνθρωπος.
Τώρα αν θυμάμαι κάτι είναι το χαμόγελό της, τα υπέροχα γκρίζα μάτια της, τη ζεστασιά της, τη μυρωδιά της, αλλά αρχίζει να ξεθωριάζει η φωνή της. Μονάχα μερικά απογεύματα της παίρνω λίγα λουλούδια στον τάφο της και νομίζω πως μέσα από τον άνεμο ακούω τη φωνή της. Δεν πρόλαβε ποτέ να δει τι έγινα τώρα που μεγάλωσα, δεν πρόλαβε να έρθει στην πρώτη μου αποφοίτηση, δεν πρόλαβε να με δει ευτυχισμένη. Μετά που την έχασα, αναθεώρησα το θέμα της ευτυχίας.
Νομίζω πως οι άνθρωποι χανόμαστε και νιώθουμε δυστυχισμένοι επειδή βλέπουμε την ευτυχία σαν προορισμό. Σκεφτόμαστε ότι κάποτε θα είμαστε ευτυχισμένοι, δουλεύουμε ασταμάτητα για να ζήσουμε ευτυχισμένοι, θα αγοράσουμε το αυτοκίνητο ή θα βρούμε τη δουλειά που θα μας κάνει ευτυχισμένους, ή ακόμα χειρότερα περιμένουμε πότε θα έρθουν άνθρωποι στη ζωή μας που θα μας κάνουν ευτυχισμένους.
Μα τελικά η ευτυχία είναι συναίσθημα, είναι μια κατάσταση μυαλού, δεν είναι προορισμός. Έρχεται και φεύγει και πλέον δέχτηκα ότι δεν είναι κάτι σταθερό, νιώθω πως αν όλοι οι άνθρωποι το έβλεπαν κάπως έτσι, θα έβρισκαν πιο συχνά την ευτυχία. Θα την αναζητούσαν σε απλές στιγμές, σε ένα χαμόγελο που προορίζεται μονάχα για σένα, στη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, στη θαλπωρή ενός σπιτιού.
Αυτή είναι η ζωή, Δεν έχει άλλη. Ζήστε την… Και να τα ξοφλάτε τα «Σ’ αγαπώ», μην τα αφήνετε, θα ’ρθει μια μέρα που δεν θα μπορούμε να τα πούμε. Κρατήστε τους ανθρώπους που αγαπάτε κοντά σας, να τους λέτε συχνά ευχαριστώ, συγνώμη, σε παρακαλώ, σε χρειάζομαι και όλα τα λόγια αγάπης που νιώθετε. Βρείτε χρόνο για μια αγκαλιά, ένα χαμόγελο, ένα χάδι, γιατί μπορεί το αύριο να μην έρθει ποτέ.
«Σε εκείνους που αγαπώ και μ’ αγαπούν χωρίς εξάρτηση, σε εκείνους που δεν φοβούνται πως θα μας χωρίσουν οι δρόμοι γιατί ξέρουν ότι θα ξανασυναντηθούμε, σε εκείνους που το ‘βαλαν πείσμα να είναι ευτυχισμένοι».
εμφάνιση σχολίων