Τα τελευταία χρόνια κάτι σε έχει πιάσει. Δεν μιλάς πολύ, καπνίζεις συνεχώς, μέχρι και τηλεόραση σε έχω πετύχει να χαζεύεις. Κάπου εκεί είπα πως το παιχνίδι χάθηκε. Άλλος ένας δικός μας πέρασε απέναντι. Πάλι λάθος έκανα. Το δικό μας απέναντι έγινε πια το «εδώ» τους. Πώς τα κατάφεραν πάλι και τα έφεραν όλα ανάποδα; Το μαχαίρι στα δόντια σου, το πιστόλι στο χέρι, οι σφαίρες καρφωμένες στα κουφώματα. Πυροβολούνε δίχως να τους νοιάζει τί θα πετύχουν. Ίσα να ακούγονται οι ριπές. Αυτό θέλουνε. Φασαρία και φόβο.
- Μας τσακίσανε, σου λέω.
- Παράτα με, μου απαντάς και φεύγεις μαρσάροντας.
Γυρνάς να βρεις τους φίλους μας και όλοι τους έχουν χαθεί. Κρυφτήκανε σε σπηλιές, χαμένα βιβλία, ντουλάπια φαρμακείων, απομακρυσμένους ορεινούς παράδεισους, γυναικεία εσώρουχα, εξωτικά νησάκια με πολύχρωμα μαγιό, οικογενειακές επιχειρήσεις (Ο Βασίλης μόνο πέθανε, έτσι πληροφοριακά).
Έπειτα ψάχνεις τις αγάπες σου. Όλες αυτές που χάθηκαν μαζί με τις κίτρινες σελίδες των σημειώσεων, των αποδείξεων του σούπερ μάρκετ, των παλιών φθαρμένων σου ρούχων, των ξενοίκιαστων παλιών σπιτιών. Τζίφος κι εκεί. Είναι και το ανεκπλήρωτο, βλέπεις, που σε διαολίζει και σε κάνει να φαίνεσαι γελοίος στα μάτια όλων μας.
Δεν θέλει και πολύ. Μόνος εναντίον όλων (Seul contre tous), σαν εκείνο τον χασάπη του Noe. Φοράς το κίτρινό σου αδιάβροχο, καβαλάς το ποδήλατό σου και σε χάνουμε. Φαγώθηκαν οι δικοί σου να βάλουμε αγγελία στις τηλεοράσεις και στα ραδιόφωνα πως χάθηκες και τα συναφή. Καταφέραμε και τους αποτρέψαμε. Ξέρουμε πού είσαι και τι κάνεις. Ξέρουμε πώς θα ήθελες να τελειώσει όλο αυτό και ποιος μύθος θα ήθελες να σε συνοδεύσει. Ένα πιστόλι στο χέρι κάποιου δεν μπορεί να πει και πολλά. Ένα πιστόλι στο χέρι κάποιου με το δικό σου μυαλό όμως μπορεί να πει χιλιάδες.
Ξέρω πώς είναι να σε εγκαταλείπουν οι μύθοι σου. Όλα όσα πιστέψαμε, όσους κρυφά ή φανερά ακολουθήσαμε και μας έφεραν εδώ, τα τραγούδια που δνε ξεχάστηκαν, οι κινηματογραφικοί ήρωες, τα άφθαρτα σενάρια, τα βιβλία και οι φθαρμένες σελίδες τους, οι χαμένοι στόχοι, τα μισοτρελαμένα όνειρα. Φαίνονται τόσο μάταια στα μάτια όλων αυτών που σε αναγκάζουν να ξεχάσεις. Μη ξεχάσεις, ρε συ, δεν αξίζει γι’ αυτούς.
Πάλι θες να μου πεις για την πρώτη σου άνοιξη. Πάλι θα σε ακούσω, χωρίς παράπονα. Θα μου μιλήσεις για τα μακριά σου μαλλιά που ο καρκίνος τα ρούφηξε. Θα μου πεις για ανθισμένα δέντρα που πρώτη φορά γνώρισες. Για τον «Πεχλιβάνη» που όσες φορές και να τον ακούσεις πια, δεν θα είναι ίδιος όπως τότε. Για τις νύχτες που φοβάσαι να κοιμηθείς μήπως δεν ξυπνήσεις. Για το σήμερα που δεν δίνεις δεκάρα. Για τον χρόνο που θέλαμε να έχουμε. Για τα όνειρα που διάλεξες να κυνηγήσεις.
Σκέφτομαι πως όλοι τις ίδιες σκέψεις κάνουμε, αλλά τις θάβουμε στη συνήθεια. Το ξέρεις πως καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σιγά-σιγά και μπαίνεις;
εμφάνιση σχολίων