0
1
σχόλια
677
λέξεις

Στείλτε το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΒΙΛΛΗ ΚΩΤΟΥΛΑ
17 Μαρτίου 2014
Όλα ξεκίνησαν από ένα μικρό κουτάκι αναψυκτικού που ο αέρας το παρέσυρε έξω από μια μονοκατοικία. Μια μικρή και ρημαγμένη μονοκατοικία. Η εξώπορτα ήταν σπασμένη και στη θέση της υπήρχαν τρεις παλέτες. Με τον τρόπο που ήταν τοποθετημένες, είχαν αντικαταστήσει την πόρτα και ήταν ξεκάθαρο πως ήταν η κύρια είσοδος. Στη θέση των παραθυρόφυλλων  υπήρχαν δυο μακριά κόκκινα υφάσματα, τα οποία ανέμιζαν σύμφωνα με τις διαθέσεις του ανέμου. Ο εξωτερικός τοίχος ήταν γεμάτος με ρατσιστικά μηνύματα, γραμμένα το ένα πάνω στο άλλο, που μου θύμιζε ένα κακοτυπωμένο πρωτοσέλιδο εφημερίδας γεμάτο από πικρόχολα σχόλια. Ακριβώς έξω από την μονοκατοικία υπήρχε ένα κοριτσάκι με κατάξανθα μακριά μαλλιά, το οποίο καθόταν επάνω σε ένα σπασμένο κεραμίδι και προσποιούνταν πως βρισκόταν σε μια βάρκα και έκανε κουπί. Αυτό όμως που με εντυπωσίασε, ίσως επειδή εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό της αλλά μόνο την πλάτη της, ήταν η μεταμόρφωση των μαλλιών της σε λύρα του Ποσειδώνα και το σφύριγμα του ανέμου ακουγόταν πια σαν αέρινη μελωδία. Στη συνέχεια όμως αναρωτήθηκα τι κάνει εκεί. Αρχικά φοβήθηκα μήπως είχε χτυπήσει, επειδή όμως δεν μπορούσα να καταλάβω, την πλησίασα για να τη ρωτήσω. Όταν το κοριτσάκι με είδε, μου είπε: «Πάρε το κουτί, λερώνει τη θάλασσα!»

- Ποιο κουτί, αγάπη μου; Τη ρώτησα.
- Το μπλε. Μου απάντησε με επιτακτικό ύφος.

Άρχισα κι εγώ να ψάχνω να βρω το μπλε κουτί. Είδα το αναψυκτικό, αλλά δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι ήταν αυτό. Έτσι το προσπέρασα και συνέχισα να ψάχνω. Όταν ξαφνικά άκουσα πάλι τη φωνή της να μου λέει: «Να το! Εκεί είναι, πάρ’ το!»

Γύρισα και την κοίταξα με ένα βλέμμα απορίας και τότε μου επανέλαβε κάνοντας κουπί: « Η πορτοκαλάδα… λερώνει τη θάλασσα!» Μάζεψα το αναψυκτικό και το πέταξα στα σκουπίδια. Το κοριτσάκι με επιβράβευσε γι’ αυτή μου την κίνηση, λέγοντάς μου ένα μπράβο! Τότε αναρωτήθηκα για ποιο λόγο δεν πήγε η ίδια να πάρει το κουτάκι και να το ρίξει στα σκουπίδια και τη ρώτησα. Η απάντηση της ήταν αποστομωτική: «Τον φοβάμαι. Είναι μεγάλος και μαύρος μέσα».

- Πού το ξέρεις εσύ; Τη ρώτησα.
- Τον έχω δει. Δυο μεγάλα παιδιά με πέταξαν μέσα.

Σάστισα όταν το άκουσα. Ήθελα τόσο πολύ να τη ρωτήσω γιατί, αλλά ντράπηκα. Όμως το κοριτσάκι συνέχισε να μου μιλάει, σαν να κατάλαβε ότι ήθελα να μάθω πιο πολλά.

- Με πέταξαν γιατί μένω σε αυτό εδώ το σπίτι. Δεν τους αρέσει που μένω εδώ. Μου είπαν πως μένουν οι Αλβανοί και κάτι άλλες λέξεις που δεν τις ξέρω.
- Οι γονείς σου τι έκαναν; Τη ρώτησα αυτόματα.
- Με έσωσαν. Με έβγαλαν από εκεί μέσα. Μετά η μαμά μου με πήρε αγκαλιά και μου είπε να σκέφτομαι πως είμαι μέσα σε μια βάρκα και ταξιδεύω… Ο μπαμπάς μου έφυγε και όταν γύρισε στο σπίτι είχε ένα άσπρο και ένα μαύρο μάτι… σαν την μπλούζα σου. Η μαμά τον πήρε αγκαλιά και έκλαιγε. Πρώτη φορά έβλεπα μεγάλο άνθρωπο να κλαίει, εγώ νόμιζα ότι έκλαιγα μόνο εγώ.
- Οι γονείς σου τώρα πού είναι; Τη ρώτησα χαϊδεύοντας το κεφάλι της.
- Στο σπίτι, κοιμούνται. Μου απάντησε συνεχίζοντας να κάνει κουπί.
- Και εσύ γιατί δεν πας να κοιμηθείς; την ξαναρώτησα.
- Δεν μπορώ, γιατί ταξιδεύω. Μου απάντησε με αυτήν την παιδική αφέλεια.
- Και πού πας;

Όταν της έκανα αυτή την ερώτηση, σταμάτησε να κάνει κουπί, γύρισε και με κοίταξε με ένα βλέμμα απογοήτευσης, σαν να νόμιζε ότι δεν είχα καταλάβει τίποτα. Ήταν αυτό το βλέμμα, που όταν κοιτάς τον άλλον σκέφτεσαι: «Μα καλά, πού μιλάω, στον αέρα;» Αυτή ακριβώς τη μετάφραση έδωσα σε αυτό το παιδικό κοίταγμα.

- Πηγαίνω όσο πιο μακριά μπορώ από τον κάδο, γιατί θέλω να φτάσω πιο κοντά στο σπίτι μου.

Σηκώθηκε όρθια, πήρε το σπασμένο της κεραμίδι και μπήκε μέσα στο σπίτι της. Η τελευταία της φράση με σημάδεψε. Προσπαθούσα να καταλάβω, πώς ένα κοριτσάκι το πολύ 12 χρόνων ήθελε να φύγει μακριά από τον κάδο και να πάει πιο κοντά στο σπίτι του, ενώ ο κάδος βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο σπίτι του. Πραγματικά, όταν συνειδητοποίησα τη σοφία που κρύβει μέσα της αυτή η φράση, στεναχωρήθηκα. Γιατί ήξερα πως δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεφύγει από τον κάδο.

TAGS:
εμφάνιση σχολίων