0
1
σχόλια
490
λέξεις

Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΒΙΚΥ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
14 Μαρτίου 2014
Επίμονος. Πολύ. Χαμένος για λίγο, μα πάλι ίδιος. Ήθελες να αποδείξεις στον εαυτό σου πως ακόμα μπορείς. Έτσι κι έγινε. Άτσαλα στην αρχή. Αμήχανα, σχεδόν παιδιάστικα. Με τεχνάσματα ενός μεγάλου αγοριού έπαιξες. Και ίσως κέρδισες. Γιατί εγώ τα μαγικά μου χαρτιά δεν τα πήρα μαζί μου εκείνο το βράδυ. Ούτε και το επόμενο. Μέχρι που τα ξέχασα κάπου μέσα στο ασφυκτικά σε τάξη δωμάτιό μου. «Τι θα κάνω με την περίπτωσή σου;» είπες. Κι εγώ γέλασα. «Μόνο μην τα παρατήσεις» ήθελα να σου πω, όμως απλώς χαμογέλασα. Πάλι…

Και εσύ δεν τα παράτησες. Και απ’ την αρχή μου έδειξες το σκοτεινό μακρινό τούνελ. Εκείνο που βασανίζει το όνειρό σου κάθε νύχτα και που μέσα σε εκείνο σε βρίσκω να ξυπνάς το πρωί. Στάθηκες στην είσοδό του χωρίς  φόβο και μου είπες: «Ξεκίνα… Πάρε τα πατίνια μου και ξεκίνα». Και εγώ τα φόρεσα. Και ξεκίνησα όπως μου είπες. Δίχως χάρτη και δίχως φως. Η φωνή σου ακουγόταν μόνο συχνά θυμάμαι. Μου έλεγες αστεία για να γελάω. Να γελάω και να ξεχνιέμαι. Μα τα πατίνια σου ήταν παλιά. Το αρχικό τους χρώμα είχε σχεδόν ξεθωριάσει. Δύσκολα τα περπατούσα. Με πόναγαν όλο και πιο πολύ σε κάθε βήμα.

«Δε μπορώ έτσι» σου είπα. «Δε μπορώ στο σκοτάδι. Και αυτά τα πατίνια είναι…». «Το ξέρω. Δεν έχω όμως άλλα να σου δώσω. Έχω αυτά. Και είναι παλιά και βρόμικα και πολύ χρησιμοποιημένα. Πολλοί τα φόρεσαν με τα χρόνια και μου τα κατέστρεψαν. Κι εγώ δεν πήρα άλλα. Δεν τα άλλαξα ποτέ. Τόσα ταξίδια με πήγαν αυτά, σε μέρη που ίσως να μην ξαναπάω πάλι ποτέ. Και τώρα τα δίνω σε εσένα. Δε σου είπα πως θα είναι εύκολο. Μα θέλω να τα περπατήσεις. Στο σκοτάδι. Στον ανώμαλο, τραχύ δρόμο. Στο σκοτάδι και πάλι στο φως. Και ίσως μπορέσεις και τα φτιάξεις. Έτσι όπως έφτιαξες το σκισμένο μου πουκάμισο. Εκείνο το αγαπημένο μου που δε φορούσα πια. γιατί πίστευα πως δε θα φτιαχτεί ποτέ. Και το έφτιαξες. Θέλω να τα περπατήσεις. Δε θέλω πια να τα φοράνε άλλοι»

Και εγώ συνέχισα. Και όλα αυτά δε μου τα πες ποτέ με λέξεις. Μόνο με τα μάτια σου που συνέχεια είναι κόκκινα. Και εγώ συνέχισα. Με εκείνα τα παλιά σου πατίνια σε ένα σκοτάδι που όμοιο του δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Και γέλασα. Και έκλαψα. Και χίλιες φορές έπιασα τον εαυτό μου να θέλει να βγάλει την ψυχή σου από πάνω του, να πετάξει τη μοναξιά σου στον αέρα και να τρέξει προς την έξοδο. Και εκεί να φορέσει τα δικά του παπούτσια. Που κι αυτά είναι παλιά και χρησιμοποιημένα από πολλούς, έχουν γραντζουνιές και είναι τρύπια σε πολλές πλευρές, αλλά κάθε φορά είναι έτοιμα για το επόμενό τους ταξίδι.

Θα συνεχίσω με τα πατίνια σου. Γιατί ακόμα και με αυτά μπορώ να περπατήσω και να τρέξω, με μια  αίσθηση ολότελα αλλιώτικη. Όμως, εκεί, στην άκρη του δρόμου, περιμένουν και τα δικά μου παπούτσια να τα φορέσεις.

Ξέρεις, δε μ’ αρέσει να περπατάω μόνη…

TAGS:
εμφάνιση σχολίων