Μόνος ζούσε στο τεράστιο κτήμα του ο Ώβ. Η γυναίκα του, μετά τον ιουνιάτικο κεραυνό, τους αποχαιρέτησε γρήγορα. Και όσο για παιδιά, τη φανταζότανε να πνίγει τα ωάριά της στον νιπτήρα. Μαζί με τα άλλα.
Μόνος ο Ώβ. Και μόνοι πήγαιναν και οι τρεις, μέσω της μεγάλης κοιλάδας, στο χειμαδιό. Ένα απόγευμα καλοκαιριού που η ζώση είναι εύκολη.
Και τον σταματάνε κάτω από μια δεντρόσκια πηγή και του λένε «Κυρ Ώβ, να μη μας παίρνεις μόνος σου στις ερημιές. Και στο σπίτι σου μόνος σου να μη μας βάζεις. Δεν κάνει.»
«Γιατί, ρε παιδιά; Μια χαρά δεν είμαστε;»
«Είμαστε ράτσα κακιά. Και ας μην το πιστεύεις. Κάπου στα γονίδιά μας έχουμε περισσότερο κακό».
Αλλά ακόμη ζούνε πλάι-πλάι. Και ακόμη κάθε προαυγή ξυπνά τραγουδώντας ο Ώβ:
«Για σένα έχασα τα νιάτα μου
Και ζω με όνειρα θλιμμένα».
Ή τουλάχιστον έτσι μου τα διηγήθηκε η Βίζμαν με την μπλε φόρμα εργασίας.
εμφάνιση σχολίων