Ο Γουόνγκ Καρ Γουάι σκηνοθετεί ένα έπος πολεμικών τεχνών
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΑΚΗΣ ΛΑΚΤΑΡΙΔΗΣ [email protected]
5 Σεπτεμβρίου 2013
Η αλήθεια είναι ότι ο σχεδιασμός της συγκεκριμένης ταινίας είχε ξεκινήσει, ούτε λίγο ούτε πολύ, πριν από μία δεκαετία. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, ο σκηνοθέτης μελέτησε κάθε πτυχή του θέματός του και μαζί με τους συνεργάτες του, δούλεψαν πάρα πολύ για να καταλήξουν σε μία, όχι και τόσο φιλική για το ευρύ κοινό, εκδοχή, διάρκειας τεσσάρων ωρών. Αρχικά η ταινία ονομαζόταν “The Grandmasters” και ο Ιπ Μαν ήταν μονάχα ένας από αυτούς. Αυτό που έφτασε στο Φεστιβάλ του Βερολίνου και στις, εκτός Κίνας, αίθουσες ανά τον κόσμο, είναι τελικά μια συντομευμένη εκδοχή 130 λεπτών, η οποία υποτίθεται ότι εστιάζει στο χαρακτήρα του Ιπ Μαν.
Τον συναντάμε λίγο πριν κλείσει τα 40, όταν ο Δάσκαλος Γκονγκ Γιουτιάν, μιας περίφημης σχολής πολεμικών τεχνών του Βορρά της Κίνας, μετά από την απαραίτητη δοκιμασία, τον χρίζει συνεχιστή του Οίκου των Γκονγκ στο Φοσάν του Νότου. Αυτό θα προκαλέσει έριδες. Και με την κόρη του Γιουτιάν, Γκονγκ Ερ, η οποία ως γυναίκα δε μπορεί να λάβει επίσημα τον τίτλο, αλλά και με τον προστατευόμενό του, Μα Σαν, τον οποίο ο ίδιος ο Γιουτιάν θεωρεί πολύ επιπόλαιο για διάδοχό του, αν και γνωρίζει την τέχνη του Γουίνγκ Τσαν το ίδιο καλά με τον Ιπ Μαν. Ένα μικρό φλας μπακ (η αφήγηση των γεγονότων γίνεται από τον ίδιο τον Ιπ Μαν) μας δείχνει πολύ σύντομα πώς έφτασε ως εδώ. Η Γκονγκ Ερ θα τον προκαλέσει σε μονομαχία, την οποία θα ακολουθήσει, ως είθισται, η ερωτική έλξη που όμως, λόγω προσωπικών και ιστορικών εμποδίων (εκείνος είναι παντρεμένος, εκείνη φεύγει για να σπουδάσει ιατρική στο Βορρά. Την ίδια εποχή ξεκινά και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος), δε θα ολοκληρωθεί, αλλά και δε θα σβήσει ποτέ.
Αυτά συμβαίνουν στα πρώτα, περίπου 40, λεπτά της ταινίας, η οποία κλείνει αυτό το αρχικό κομμάτι της, με την εισβολή των γιαπωνέζων στην Κίνα και τα διάφορα δυσάρεστα επακόλουθά της. Στη συνέχεια, για άλλα 40 λεπτά περίπου, η ταινία ξεχνάει τον Ιπ Μαν και αφηγείται τα γεγονότα του Οίκου των Γκονγκ. Ο Μα Σαν θα γίνει συνεργάτης των κατακτητών και θα δολοφονήσει τον Γιουτιάν. Η Γκονγκ Ερ θα ζητήσει εκδίκηση για το φόνο του πατέρα της -και παρόλο που η οικογένεια θα προσπαθήσει να την εμποδίσει- θ’ αντιμετωπίσει γενναία τον Μα Σαν, σ’ ένα χιονισμένο σιδηροδρομικό σταθμό. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος της ταινίας, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, Ιπ Μαν, Γκονγκ Ερ και Μα Σαν θα βρεθούν να ζουν στο μεταπολεμικό Χονγκ Κονγκ. Μια σύντομη συνάντηση των δύο πρώτων θα είναι αποκαλυπτική, όμως ένας όρκος, και κυρίως η μοίρα, θα εμποδίσει για άλλη μια φορά την, εξομολογημένη πια, ερωτική επιθυμία και ένωσή τους.
Όπως θα περίμενε κανείς, η σύμπτυξη της αφήγησης στη μισή από την κανονική της διάρκεια, δημιουργεί προβλήματα στη ροή της. Υπάρχουν κενά και κάποιοι χαρακτήρες, όπως ο νεαρός εθνικιστής που γνωρίζει η Γκονγκ Ερ στη διάρκεια ενός ελέγχου από τους γιαπωνέζους στρατιώτες στο τρένο με το οποίο συνταξιδεύουν ή ο χαρακτήρας του νεαρού μαχητή με το παρατσούκλι Rasor. Αμφότεροι εμφανίζονται σε μία σκηνή και στη συνέχεια δεν τους ξαναβλέπουμε ποτέ. Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο από τον Ιπ Μαν δε γνωρίζουμε κατά πόσο ήταν στα αρχικά σχέδια του σεναρίου. Υπάρχουν μεσότιτλοι, οι οποίοι σε άλλα σημεία κάνουν την ίδια επεξηγηματική δουλειά με πολύ πιο κινηματογραφικό τρόπο. Μοιάζει να έχει μπει εκ των υστέρων, για να εξυπηρετήσει στην καλύτερη κατανόηση της συντομευμένης αυτής εκδοχής του.
Ουκ εκ των πολλών το ευ, όμως. Η ταινία στέκεται μια χαρά στα «τεμαχισμένα» της πόδια. Αν κάποιος τη δει χωρίς να γνωρίζει τον σκηνοθέτη, αναγνωρίζει αμέσως ότι πρόκειται για μια ταινία του Καρ Γουάι. Φαταλισμός, μελαγχολία, σημασία στη λεπτομέρεια, διάλογοι κεντημένοι στο χέρι, λέξη-λέξη, βροχή, ανεκπλήρωτοι έρωτες, φετίχ (ένα κουμπί, ένα επίχρυσο κουτάκι με τις στάχτες μιας τούφας μαλλιών), απίστευτα όμορφα ρούχα (από το μόνιμο συνεργάτη του σκηνοθέτη, Γουίλιαμ Τσανγκ), κι ένα σάουντρακ που σε στοιχειώνει (του γάλλου Ναθανιέλ Μεσαλί και του βετεράνου ιάπωνα Σιγκέρου Ουμεμπαϊάσι, της «Ερωτικής Επιθυμίας» και του «2046»).
Ακόμα και οι εμβόλιμες σκηνές των πολεμικών τεχνών (σε άψογη χορογραφία του ταλαντούχου Γιουέν Γου-Πινγκ) έχουν το μαγικό άγγιγμά του. Εκτός από την εναρκτήρια σκηνή, που κατά τα λεγόμενά του, μπήκε στην αρχή της ταινίας, για να πείσει το κινεζικό κοινό ότι ο «αγύμναστος» κι αγαπημένος του πρωταγωνιστής, Τόνι Λιούγκ, μπορεί να σταθεί επάξια ως μαχητικός Ιπ Μαν, είναι όλες τους λιτές, σφιχτοδεμένες και δίνουν έμφαση στα βήματα και στις τελετουργικές κινήσεις των χεριών πριν απ’ το χτύπημα. Δε λείπουν τα σώματα που περνάνε μέσα από βιτρίνες, παράθυρα και τζαμαρίες, όλα όμως εικονογραφούνται λειτουργικά και με θαυμαστή οικονομία και δεξιοτεχνία.
Το ηχητικό μέρος της ταινίας είναι ένα επίτευγμα από μόνο του. Όχι μόνο στη χρήση του αυθεντικού σκορ, αλλά και των επί μέρους μουσικών κομματιών (τραγούδια της κινέζικης όπερας, αλλά και Stabat Mater του Στεφάνο Λεντίνι, κομμάτια του Μπρούνο Κουλέ, και του Έννιο Μορικόνε) και, κυρίως, των ήχων περιβάλλοντος, μέχρι τους ήχους απ’ τις πτυχώσεις των ρούχων και το σύρσιμο των πάνινων υποδημάτων στα ξύλινα πατώματα.
Η Ζανγκ Ζιγί, ίσως στον καλύτερο ρόλο που της έχει δοθεί στη μέχρι τώρα καριέρα της, λάμπει και πείθει απόλυτα για το νεανικό πείσμα της ως νέα στην αρχή της ταινίας και ως μελαγχολική μεσήλικας, καταπονημένη από την ασθένεια και τη μοναξιά, στο τελευταίο, συγκινητικό μέρος της. Υπέροχος και ο Μπενσάν Ζάο στο ρόλο του σωματοφύλακα της Γκονγκ Ερ -ενός πρώην Εκτελεστή και νυν ισόβιου προστάτη της κόρης του Γιουτιάν. Ζωσμένος με ένα μαχαίρι και με μια μαϊμού στον ώμο -όπως συνηθιζόταν στο παρελθόν-, αποτελεί μία από τις πιο αυθεντικές και συμπαθητικές φιγούρες της ταινίας. Ο Τόνι Λιούγκ, μετρημένος και καίριος, προσθέτει άλλη μια μεστή ερμηνεία στη θαυμαστή πινακοθήκη χαρακτήρων που έχουν δημιουργήσει στη συνεχή και ακατάπαυστη συνεργασία τους με τον σκηνοθέτη όλα αυτά τα χρόνια.
Ο ίδιος ο Γουάι δεν υπήρξε ποτέ μαθητής σε κάποια από τις σχολές αυτοάμυνας του ενός ή του άλλου, από τα πολλά είδη και τις παραλλαγές τους, των αναρίθμητων πολεμικών τεχνών της Άπω Ανατολής. Ως παιδί έμενε σε περιοχή που ήταν γεμάτη από τις λέσχες αυτές. Οι φήμες, αλλά και οι πραγματικές διασυνδέσεις τους με τον υπόκοσμο της εποχής, δεν επέτρεπε σε μία «καθώς πρέπει» οικογένεια, να στείλει εκεί τα παιδιά της. Αυτό που προσπάθησε, και εν μέρη, κατάφερε να κάνει, ήταν να αποτίσει ένα φόρο τιμής στους τελευταίους μεγάλους δασκάλους μιας παραδοσιακής τέχνης, που μετά τον πόλεμο δε χάθηκε μεν, αλλά κρατήθηκε ζωντανή με όποιον τρόπο μπορούσε, ακριβώς όπως και οι ήρωες αυτής της μισοτελειωμένης, τελικά, τοιχογραφίας.
Αυτό που αντικρίζουμε μοιάζει με ψηφίδες, με τα σκόρπια κομμάτια ενός, εκπληκτικής ομορφιάς, κινηματογραφικού πολύπτυχου (πρώτη συνεργασία του Γουάι με τον γάλλο διευθυντή φωτογραφίας, Φιλίπ Λε Σουρ), ενός ζωντανού πίνακα ζωγραφικής, όπως τα εκπληκτικά tableaux vivants που κλείνουν ορισμένα κεφάλαια της αφήγησης και τα οποία μετατρέπονται σε ασπρόμαυρα ομαδικά πορτρέτα. Σ’ ένα από αυτά, ανάμεσα στους μαθητές του Ιπ Μαν, στέκεται αγέρωχος και ο μικρός Μπρους Λι, έχοντας παντελή άγνοια για το λαμπρό μέλλον του και το σκοτεινό του τέλος.
Info: “The Grandmaster” -Δραματική Βιογραφία -Περιπέτεια. Χονγκ Κονγκ, Κίνα 2013. Πρεμιέρα: Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου. Σκηνοθεσία: Γουόνγκ Καρ Γουάι. Παίζουν: Τόνι Λιούνγκ, Ζανγκ Ζιγί, Τζιν Ζανγκ, Ντινγκ Λιάνσαν, Μπενσάν Ζάο. Διανομή: Seven Films
εμφάνιση σχολίων