0
4
σχόλια
576
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ

Oμίχλη, μπλούζ και προσδοκίες που δεν καίγονται με τίποτα

ΒΙΒΙΑΝΑ ΜΗΛΙΑΡΕΣΗ – ΣΑΝΤΡΑ ΟΝΤΕΤ ΚΥΠΡΙΩΤΑΚΗ
ΦΩΤΟ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΥΓΚΟΣ
7 Δεκεμβρίου 2011
ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΣΠΙΤΙ ΕΧΕΙ ΔΥΟ ΝΥΦΙΤΣΕΣ. Τις έχει φυλακίσει ο γείτονας σ’ ένα κλουβί κι εμείς το’ χουμε βάλει αμέτι μου-χαμέτι μου να τις ελευθερώσουμε. Μας φαίνεται τόσο σουρεάλ το ότι οι Εγγλέζοι σπιτώνουν νυφίτσες που… φυλάμε το κοτέτσι. Όπως το ανέκδοτο του Γούντι Άλεν για τον τύπο που ανησυχεί ότι ο αδερφός του είναι τρελός επειδή πιστεύει ότι είναι κότα, αλλά δεν θέλει και να τον γιατρέψει γιατί να, έχει ανάγκη από τα αβγά.

ΕΧΟΥΜΕ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΑΝΑΓΚΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΒΓΑ. Συνειδητοποιούμε πως ζούμε σ’ έναν κυκεώνα προσδοκιών και πως, τελικά, καταλήγουμε να προσδοκούμε αυτά που δεν ξέραμε καν ότι υπήρχαν. Προσδοκούμε πολιτικές λύσεις, προσδοκούμε ανάκαμψη χρέους, προσδοκούμε έρωτες, μεσσίες να έρθουν να μας σώσουν. Προσδοκούμε ότι θα γυρίσει, ότι θα ζήσουμε happily ever after. Προσδοκούμε τα email μας να φτάνουν στην ώρα τους, προσδοκούμε τους δικούς μας να είναι πάντα εκεί, το πλυντήριο να πλένει τα ρούχα. Προσδοκίες που ξεπερνιούνται, διαψεύδονται ή μένουν μετέωρες με την ελπίδα -και η ελπίδα είναι πιο σκληρή κι από την απουσία της, γράφει η Ζατέλη.

ΖΟΥΜΕ Σ’ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΚΟ, ΑΣΤΙΚΟ ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ Σ’ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ 100 ΧΡΟΝΩΝ ΠΟΥ ΤΟΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΑΙΩΝΑ ΗΤΑΝ ΦΟΥΡΝΟΣ. Έχει μπαλκονάκι όπου καπνίζουμε μεταμεσονύχτια σιγαρέτα και κοιτάμε από κάτω τα πηγαινέλα, σαν κουτσομπόλες.
Κρυμμένο μέσα στο στενό του Τζακ του Αντεροβγάλτη, συχνά καλύπτεται από τη λονδρέζικη ομίχλη και είναι λες και παίζουμε σε ταινία του Tim Burton.

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ, ΟΜΩΣ, ΤΟ ΕΠΙΚΟ, ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΣΚΗΝΙΚΟ ΔΙΑΛΥΕΤΑΙ ΜΟΝΟΜΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ «ΒΑΣΙΛΙΑ»: ο Μπαγκλατεσιανός κύριος που πουλάει κασέτες στο παζάρι της Petticoat Lane, ακριβώς έξω από το παράθυρό μας, γουστάρει Elvis και Cash. Είναι αντίδοτο για τα Sunday blues μας. Ακόμη δηλαδή κι αν εμείς είχαμε την προσδοκία να κάτσουμε όλη μέρα στο κρεβάτι και να κλαίμε, ο κύριος με τις κασέτες σε συνεργασία με τον King αποφάσισαν για μας. Οι δικές τους Κυριακάτικες προσδοκίες κέρδισαν τις δικές μας. Και μετά τους ευγνωμονούμε.

ΠΡΟΣΔΟΚΟΥΜΕ ΟΤΙ Ο ΑΛΛΟΣ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ -ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΑΓΚΗ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ-, ΘΑ ΣΚΕΦΤΕΙ -ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΑΓΚΗ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΣΜΟΥΣ. «Να μην προσδοκείς τίποτα κι από κανένα» λέει ο Α. και τον κοιτάμε σαν εξωγήινο. Κι ο Ινδός γκουρού, ο Osho, τα ίδια λέει. Δεν τον πάμε τον Osho εμείς και άσε που δεν ξέρουμε ρε Α. πώς γίνεται να μην προσδοκούμε.

ΠΙΝΟΥΜΕ ΔΙΚΤΑΜΟ, ΜΕΝΤΑ ΚΑΙ ΤΣΟΥΚΝΙΔΑ (από τον μπαλκονόκηπο), βάφουμε τους τοίχους παρέα με τους γείτονες (όχι με τους βασανιστές νυφίτσας, τους άλλους, τους καλούς) και καταπιανόμαστε με διάφορα project-άκια: αναπαλαίωση κλεμμένου μπουφέ, «φτιάξιμο» ποδηλάτου με αταίριαστο τιμόνι και λάθος ρόδες, φύτεμα τουλίπας, κρέμασμα ντισκομπάλας στο αναθεματισμένο φως του δρόμου.

ΚΙ ΑΦΟΥ ΓΕΜΙΣΟΥΝ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΜΑΣ ΦΟΥΣΚΑΛΕΣ από το γυαλοχάρτισμα και κάψουμε το μπλακεντέκερ, συνειδητοποιούμε. Ο βασικός λόγος που συνάπτουμε σχέσεις με ανθρώπους και αντικείμενα είναι για να δημιουργήσουμε ακριβώς αυτό: ένα συναισθηματικό πάρε-δώσε. Ένα πάρε-δώσε προσδοκιών. Και πως, τελικά, η βασική προσδοκία που έχουμε ο ένας από τον άλλο είναι να είμαστε εκεί. Να παραμένουμε ζωντανοί.

ΑΠΑΛΑΣΣΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΟΛΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ. Επικαλούμαστε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Το κάνουμε τεράστιο μες στο κεφάλι μας. Και το φλερτάρουμε.

ΣΧΕΔΙΑΖΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΓΑΤΑ. Ανεξάρτητη. Κοινοβιακή. Μαύρη με πράσινα μάτια, να μπαινοβγαίνει κατά βούληση σε όλα τα διαμερίσματα, να γουργουρίζει και να διώχνει τα φαντάσματα. Και του σπιτιού και τα δικά μας.


Η Σάντρα είναι ανάμεσα σε άλλα, δημοσιογράφος και Docer. Πιστεύει στην αγάπη και την επανάσταση. Η Βιβιάνα πιστεύει στην κοινοκτημοσύνη και στους ανθρώπους. Γράφει από εδώ κι από εκεί, «κυρίως τη λίστα του σούπερ μάρκετ». Αυτή τη στιγμή μπορεί να βρίσκονται οπουδήποτε.

εμφάνιση σχολίων