0
1
σχόλια
777
λέξεις

Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΙΛΛΙΑ
17 Ιουνίου 2014
Κείτομαι στο κρεβάτι μου, μια μισοκουρελιασμένη ύπαρξη που χαϊδεύει την απουσία σου. Δεν υπάρχεις. Δεν θα επιστρέψεις ποτέ πια σε μένα, δεν θα επιστρέψεις και ποτέ πια ούτε μέσα σου. Το κορμί μου με πονάει, σπάει στον καημό σου, σαν ένα ποτήρι άδειο που πέφτει στο πάτωμα αιφνιδιαστικά.

Κάθομαι ακόμη  και σου γράφω, για να επικοινωνήσω μαζί σου. Απών. Ήσουν πάντα απών, δεν θα σ’ το κρύψω. Κι όταν με είχες αγκαλιά σου, ένιωθα τόσο μεγάλη ερημιά. Δεν έχεις συναίσθηση της τραγικότητας της ανθρώπινης φύσης: πως όλοι μόνοι μας γεννιόμαστε, μόνοι μας πεθαίνουμε. Για την ακρίβεια, πεθαίνουμε πιο μόνοι ακόμα, γιατί γερνάμε και παύουμε να είμαστε ελκυστικοί κι ενδιαφέροντες. Γινόμαστε πάλι βρέφη. Μοιραίος αταβισμός.

Κι εγώ που όλα αυτά τα ξέρω, ζητώ μέσα από τον έρωτα να ξορκίσω αυτή τη μεγάλη εσωτερική μοναξιά μου. Να γράψω ένα ποίημα και να έχει αποδέκτη που θα το νιώσει, που θα αγγίζει το μέσα του. Γιατί τι είναι ο έρωτας; Ο μόνος τρόπος να βγάλεις το μέσα σου έξω. Δηλαδή να ‘ρθουν τα πάνω κάτω στη ζωή σου. Να συμπεριφέρεσαι σαν να μην είσαι εσύ. Κι ο υγιής ο έρωτας σε εξυψώνει από άνθρωπο σε θεό. Πώς αλήθεια νομίζεις ότι κερδίζουμε την αιωνιότητα και αποφεύγουμε τον θάνατο; Είναι εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα του απόλυτου δοσίματός μας. Γιατί ο αληθινός έρωτας δεν είναι σκόρπισμα. Και δεν σκορπίζονται τα σώματα σχεδόν ποτέ, μόνο παραδίδονται το ένα στο άλλο.

Κι εσύ όλα αυτά, θαρρώ, πως δεν τα γνωρίζεις, γιατί γνωρίζεις κάτι όταν το βιώνεις. Κι ήσουν, αλήθεια, τόσο ανάξιος, για να αφεθείς. Να ζήσεις κι εσύ μια άνοιξη στη μέση του χειμώνα. Βέβαια θα μπορούσες να νιώσεις αντίστροφα και μια κόλαση μέσα στον παράδεισο. Εμένα να ρωτήσεις, εσύ, που πιστεύεις στους θεούς. Εμένα ρώτα πώς καίγομαι μέσα στην κόλασή μου. Έλα να ζήσεις μια βραδιά στο μυαλό μου, έλα να δεις τα σουρτα φέρτα του διαβόλου. Διάβολος η απουσία. Διαβολική αυτή η μοναξιά μου.

Δεν άντεξες αυτό που σου έδωσα, το τσαλαπάτησες, το πέταξες. Έκανες κατάχρηση της εξουσίας σου, αφού πρώτα με κατέκτησες ολοκληρωτικά. Υπάρχει άραγε επιστροφή; Ω ναι, δεν μπορεί να μην υπάρχει. Μόλις γύρισα απ’ τον παράδεισο. Έτσι αιφνίδια που χάθηκες, άνοιξα την πόρτα και περπατούσα στον παραλιακό δρόμο. Η θάλασσα δίπλα γαλήνια, ο ήλιος να με φωτίζει κι εγώ να βαδίζω ίσια προς την κόλαση κι εσύ ήρεμα να με κοιτάς να χάνομαι. Χάθηκα για πάντα. Είμαι κι εγώ τώρα μια παλιά σου ιστορία. Δεν θα πενθήσεις εσύ, ποτέ, για μένα. Κι αυτό είναι που με σφάζει σαν ζώο.

Μα έχω δύναμη. Θα ανοίξω την πόρτα της κόλασής μου, θα φύγω από δω το συντομότερο. Υπάρχουν άλλα κορμιά, άλλοι διεστραμμένοι εγκέφαλοι που πρέπει να κατοικηθούν. Γιατί κάπου εκεί έξω ίσως υπάρχει κάποιος σαν εμένα, που ζει στην κόλασή του. Θα τον βρώ, θα μπω στη δική του κόλαση, για να γίνει παράδεισος αυτή. Η τραγικότητα της ύπαρξής μας; Να τη βλέπεις; Να είσαι τόσο εφήμερος και να κάνεις όνειρα και να νομίζεις ότι θα φέρεις την ευτυχία σ’ ενός άλλου ανθρώπου τη ζωή. Κι όμως, υπάρχουν τόσο πολλοί που ζούνε αυτή την κόλαση, που γνωρίζουν από ερημιές, από θάλασσες βαθιές. Δεν είσαι σαν εσένα, που πλατσουρίζεις στη στεριά σαν τα κοριτσάκια.

Είσαι η απόλυτα γαληνεμένη ύπαρξη, ένα αυτάρκες ον, κι έχεις μέσα σου κάτι τόσο παγωμένο. Νιώθεις τόσο ευτυχισμένος μόνος σου και δεν χρειάζεσαι τίποτα και κανέναν. Μόνο λίγη ικανοποίηση του ορμέφυτού σου κι αυτό σου αρκεί. Τόσα λίγα που έδωσες, λίγη αγάπη, λίγη φροντίδα, λίγη στοργή. Αχ, κι εγώ ζούσα στον υπερθετικό βαθμό. Ακόμα, ξέρεις, στον υπερθετικό βαθμό ζω. Και ξέρω πως θα μου πεις να μη σκορπιέμαι. Δεν σκορπιέμαι. Είμαι άπειρη εγώ. Σήμερα είμαι ένα συντρίμμι, μια προδομένη γυναίκα που γράφει επιστολή στο ερωτικό υποκείμενο. Σε λίγο θα ξεκολλήσουν τα πόδια μου από το έδαφος. Θα κουμπώσω πάλι τα φτερά στους ώμους, θα βάλω πάλι ζάχαρη στον νου μου, μέλι στα λόγια μου. Γιατί, αγάπη μου, η τρυφερότητά μου δεν εξαντλήθηκε όλη σε σένα.

Κοίτα να δεις, τόσα μου έκανες, με πλήγωσες, με απάτησες, με παράτησες, ενώ μέρες πριν το φευγιό σου μ’ αγαπούσες, κι εγώ εδώ: να γράφω για σένα. Το πρώτο κείμενο που έγραψα. Ενας μήνας που ζούμε χώρια, ένα μήνας παρά πέντε μέρες. Αιώνιος αυτός ο μήνας.

Όλα όμως θα περάσουν, θα σπάσει το κουτί της θλίψης μου, οι αλυσίδες του έρωτά μου που με κρατούν σ’ εσένα. Κι ένα ευλογημένο πρωί, ο ήλιος θα λάμπει. Θα περπατήσω στην ακρογιαλιά, θα κοιτάξω την πανσέληνο και δεν θα λείπεις. Θα γίνεις μια ωραία ανάμνηση κι εσύ. Θα είσαι το κεφάλαιο Α. Μα στο μεταξύ θα έχουν έρθει άλλα τόσα κεφάλαια ωραιότερα. Σ αφήνω τώρα. Γεια σου. Ένα κονιάκ στην υγεία σου θα πιώ και θα σε ξεγράψω.

TAGS:
εμφάνιση σχολίων