Μπήκα στο πιο όμορφο και μικροσκοπικό εσπρέσο μπαρ που έχω δει ποτέ μου. Πάγκος ξύλινος, χάλκινη μηχανή του καφέ. Αντίθεση πράσινου βάζου και μοβ μαργαρίτας. Κόκκινα πλακάκια και πράσινα παράθυρα. Μια παλιά τρομπέτα στον τοίχο, μια μηλόπιτα στην παλιά βιτρίνα. Σπάνια κονιάκ και άγνωστα ουίσκι για τους απογοητευμένους, τους δήθεν ψαγμένους, τους κατεστραμμένους ή απλά ρομαντικούς χασομέρηδες της ζωής.
Αγόρασα το ίδιο δαχτυλίδι για τρίτη φορά. Αρνήθηκα για μια ακόμη φορά να αγοράσω το παραδίπλα άγνωστο στο δάχτυλό μου και ίσως πιο τυχερό. Πάλι προτίμησα την απαισιόδοξη μοίρα του γνώριμου, βλέπεις.
Άσε με να σου διηγηθώ τις μέρες μου και τις νύχτες μου. Χτες το βράδυ, που λες, χάθηκα μέσα σε ένα παζάρι γεμάτο θόρυβο από μοτέρ γεννητριών, κόσμο και φωνές, φώτα και τσίκνα από σουβλάκι, φανταχτερά μπιχλιμπίδια, πολύχρωμες παντελόνες και μυρωδιά ποπ κορν. Πήγα σπίτι μασουλώντας σε όλη τη διαδρομή λουκουμάδες με μέλι. Ξάπλωσα μαζί σου. Χάιδεψα τα μαλλιά σου. Μύρισα το μέτωπό σου και κοιμήθηκα ευτυχισμένη. Οι εραστές δεν θα πρέπει ποτέ να λένε τη νύχτα σε αγαπάω. Μόνο σε αγαπώ. Είναι τόσο όμορφο το ψέμα ετούτο, ας είναι τουλάχιστον γυαλιστερό σαν τα παζαριάτικα αστραφτερά μπιχλιμπίδια.
Πάλι γράφω στις πίσω σελίδες των βιβλίων. Όποτε έχω χαρτί μαζί μου, δεν έχω λέξεις και όποτε έχω από δαύτες, δεν έχω χαρτί. Δεν μπορώ να προγραμματίσω το απρόσμενο, μη με κοιτάς με δυσπιστία, βλάκα. Άλλωστε ποιο είναι το νόημα των λευκών σελίδων στα βιβλία; Πού ξέρεις, ίσως μου αρέσουν οι μουτζούρες. Στη ζωή και στα βιβλία.
εμφάνιση σχολίων