0
1
σχόλια
587
λέξεις

Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΕΙΡΗΝΗ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗ
8 Μαΐου 2014
Λίγα ρούχα, κάλτσες, οδοντόβουρτσα, διαβατήριο. Τα βασικά και τα απαραίτητα. Φεύγω πάλι για Κρήτη. Το «πάλι» δεν δηλώνει τη συχνότητα που θα ήθελα. Δουλειές, τρέξιμο, ακριβά εισιτήρια, ένα σωρό εμπόδια. Όμως αυτό το κάτι είναι πολύ παραπάνω από το καθόλου. Είναι η επιστροφή στην αγαπημένη μου πατρίδα. Εκεί που ακόμα και τα άγνωστα πρόσωπα μοιάζουν συγγενείς. Εκεί που ο ήλιος σού ζεσταίνει το δέρμα, εκεί που το άκουσμα της γλώσσας σού ηρεμεί τα αφτιά.

Στο τρένο για το αεροδρόμιο οι Βρετανοί φτερνίζονται μανιωδώς. Μα πώς είναι δυνατόν κάποιος να έχει αλλεργία στην άνοιξη; Παράξενη ανθρωπότητα, ποτέ μου δεν θα σε καταλάβω.

Έφτιαξα την τσάντα μου σε δέκα λεπτά. Οι φίλοι μου απορούν πώς καταφέρνω να ταξιδεύω με τόσο λίγα πράγματα. Ο πατέρας μου θυμώνει όταν στην επιστροφή δεν έχω χώρο για λίγη ρακί ή καλιτσούνια. Μα ακόμα και μαζί μου να τα πάρω, σαν τα γευτώ στο Λονδίνο λες και χάνουν τη γεύση τους. Σαν να είναι η τσικουδιά νερωμένη…

Σε ετούτο το ταξίδι, ανάμεσα σε φανελάκια και φορτιστές κινητών, κάτω από τα παπούτσια και δίπλα από το καρό παντελόνι, υπάρχει και κάτι άλλο. Κάτι που θα περάσει αδιάφορο στον έλεγχο του αεροδρομίου. Το προσωπικό του Heathrow αγνοεί την αξία των προσωπικών αντικειμένων. Ψάχνει για υπέρβαρες βαλίτσες και αντικείμενα αιχμηρά. Δεν ξέρει τι συναισθηματική φόρτιση μπορούν να κρύβουν οι σελίδες ενός πράσινου τετραδίου. Αγορασμένο από το σούπερ μάρκετ σε δραχμές. Εξακόσιες για την ακρίβεια. Η ετικέτα της τιμής, με το πέρασμα του χρόνου, έγινε ένα με το εξώφυλλο. Το χαϊδεύω καμιά φορά με τις άκρες των δακτύλων. Πότε νιώθω το ξεραμένο αλεύρι και πότε το ποτισμένο από ελαιόλαδο χαρτί. Πότε ξεσελώνω το σκουριασμένο σπιράλ ή διορθώνω τις ξεφτισμένες γωνιές των σελίδων. Το πράσινο τετράδιο, το τετράδιο συνταγών της μάνας μου.

Έφυγε το 2009. Δεν λέω χάθηκε, γιατί δεν χάνονται εκείνοι που ακόμα αγαπάς. Σαν χαθεί η ανάμνηση ή η αγάπη, χάνονται κι αυτοί. Όποτε μιλώ για τη μητέρα μου νιώθω όμορφα. Είναι που αισθάνομαι σαν να μεταδίδω κάτι από εκείνη μέσα από τα λόγια μου στους άλλους. Μου πήρε καιρό να γράψω για εκείνη. Δεν με έφταναν οι λέξεις της Ελληνικής για να εκφράσω αυτό που νιώθω. Ούτε και τώρα με φτάνουν, μα διευκολύνουν κάπως την επαφή. Την επαφή με την κληρονομιά που μου άφησε. Κοίτα να δεις, που το φευγιό σου, μάνα, δεν το είδα ποτέ σαν απώλεια. Τι να έχανα; Μου τα είχες δώσει όλα πριν φύγεις. Τα πιο πολλά τα αγνοούσα. Ένα ένα τα ανακάλυπτα με το πέρασμα του χρόνου.

Παρατηρώ τα μικρά στρογγυλά γράμματά σου στο τετράδιο. Τους τίτλους που διάλεγες να δώσεις στην κάθε συνταγή. «Σπανακόπιτα θείας Κατίνας», «κουλουράκια ωραία Καλλιόπης»… Αχ, βρε μαμά, όσες φορές το άνοιξα το τετράδιο, άλλες τόσες το έκλεισα. Δεν τόλμησα να συναγωνιστώ τη μαγειρική σου. Φοβήθηκα να αναπαραγάγω τις συνταγές. Θα ήταν… πώς να το πω; Σαν απομίμηση ζωής. Προτιμώ να μείνω με την ανάμνηση. Τότε που φοιτήτρια άνοιγα τα δέματα που μου έστελνες με τη μεταφορική. Κάθε τάπερ και ένα μικρό δώρο που ξετύλιγα ιεροτελεστικά. Είναι τόσο ζωντανή η εικόνα σου να ανοίγεις το φύλλο για τα καλτσούνια το τελευταίο Πάσχα κάτω από τη Μουριά. Αχ, βρε μαμά, έκτοτε έχασαν τα γλυκά τη γλύκα τους.

Ο αδερφός μου, ως πιο θαρραλέος, και ψωμί ζύμωσε και μπακλαβά έφτιαξε. Του είχα στείλει εδώ και καιρό σκαναρισμένες τις συνταγές. Τώρα ήρθε ο καιρός να παραλάβει το πρωτότυπο. Να κολλήσει το δικό του αλεύρι στο εξώφυλλο, να γεμίσουν με λαδιές τα κιτρινισμένα φύλλα. Το αεροπλάνο απογειώνεται, σε τέσσερις ώρες θα προσγειωθεί στο Καζαντζάκης. Κρήτη μου… Όμορφο νησί.

TAGS:
εμφάνιση σχολίων