Μ’ επισκέφτηκε απρόσμενα χθες, ύστερα από τόσους αιώνες. Ήταν όλοι εκεί. Οι φίλοι, το σπίτι, οι μυρωδιές, μια ξεθωριασμένη φωτογραφία που τρεμόπαιζε σαν σκιά, χορεύοντας το τελευταίο βαλς της ανιδιοτελούς γενναιοδωρίας προσκείμενων υποσχέσεων, δίπλα στο ράφι με τις απώλειες. Το πιο σκονισμένο συναξάρι.
Είδα το χαμόγελό της, το παιχνίδισμα της λάμψης στα μάτια της, άκουσα τη λησμονημένη χροιά της φωνής στον ήχο της σκάλας που άλλαζε νότες πιο γρήγορα από τη σφαίρα ενός πληρωμένου εκτελεστή. Κάναμε βόλτα με τη μηχανή, δυο σώματα σε μια ψυχή, δεν υπήρχε χρόνος, δεν υπήρχε φόβος, όσο τα μαλλιά της ήταν ασπίδα σε καθετί κακό που παραμόνευε να μας διαπεράσει.
Στη χώρα των διάφανων ακορντεόν μπορούσα να την αγγίξω ξανά. Κι αυτό ήταν αρκετό, πολύτιμος θησαυρός στα δάχτυλα ενός τυφλού. Και πέρασε. Όπως περνά ένα τραγούδι, ένα δάκρυ, ένα άγγιγμα, μια νυχτερινή βόλτα, ένα θαύμα. Μια φωτογραφία ήταν η ζωή μου. Ασπρόμαυρη και λίγο σκοτεινή στις άκρες. Ένα τραγούδι απαγορευμένο σε περίοδο λογοκρισίας, κόντρα στο ρεύμα, κόντρα στον ίδιο του τον εαυτό. Το κοινό περιορισμένο, οι οπαδοί μετρημένοι και φανατικοί. Μέχρι τέλους. Καλύτερα έτσι.
Συνένοχοι σ’ έναν άλλο κόσμο, όχι σ’ αυτόν. Αυτός μυρίζει και μυρίζει άσχημα. Ό,τι με κρατά ακόμη ζωντανό είναι το διάφανο ακορντεόν που παίζει τις νύχτες για μένα μέχρι να ξημερώσει. Από τα χέρια μιας τυφλής γυναίκας που ξέρει το όνομά μου. Που θα με θυμάται αιώνια, όταν το διάφανο ακορντεόν της πάψει να ηχεί.
εμφάνιση σχολίων