Γεμάτες σεζόν, δουλειά και τα καλοκαίρια. Για μεροκάματο, κάποια σκάρτα υπολείμματα της εφηβείας και χαρτζιλίκι του η προσπάθεια. Είχε προμηθευτεί τα μονωτικά του υλικά για να αποφύγει τη μετάσταση, και παράλληλα με το θέατρο δούλευε και οικοδομή. Κι άλλα μεροκάματα. Κάποιοι φίλοι τραβηγμένοι απ’ τα μαλλιά, για να ξεδίνει, και πάλι απ’ την αρχή και τα κορίτσια να πηγαινοέρχονται άτσαλα γύρω απ’ τον πυρήνα του τρέμοντας μην τις βαρεθεί.
Μέχρι που το σώμα αντέδρασε, σαν ηφαίστειο, και η λάβα του άρχισε να του τοξικοποιεί τις σκέψεις. Φοβόταν την τρέλα του, τις άτακτες σκέψεις, την επιμονή τους να εξαφανίσουν. Το επόμενο πρωί φεύγοντας από τον γιατρό δεν άκουσε κάτι αναπάντεχο. Η διεγνωσμένη του κατάθλιψη ήταν πραγματικότητα. Από κοινού αποφάσισαν να περπατήσουν τον δύσκολο δρόμο, τον επικουρικό. Όχι φάρμακα, μα πολλή προσπάθεια. Του έδωσε και ένα βιβλίο. Να δει και γραμμένη την απόγνωση. Τον φύλακα στη σίκαλη.
Το(ν) ρούφηξε ένα πρωινό δίπλα στη θάλασσα. Τα γυαλιά έκρυβαν μαζί με τον ήλιο και τα δάκρυά του. Δεν ήταν πια μόνος. Ο Χόλντεν τού πήρε όλη του την αποκλειστικότητα. Τον «πέθανε» και τον καθρέφτισε. Κατάλαβε πως εκτός από τον ίδιο, υπάρχουν και οι πάπιες. Σε αυτή τη λίμνη που κανείς δεν ξέρει τι απογίνονται όταν εκείνη παγώνει.
Σηκώθηκε και βούτηξε σαν να ήθελε να αποδείξει τον εξαγνισμό του. Ίσως έπρεπε να μιλήσει περισσότερο για το βιβλίο αυτό καθαυτό. Ίσως, μα σημασία έχει πως σηκώθηκε, ξανά. Και πως ο Χόλντεν σκεφτόταν που θα ξαναπάει σχολείο.
εμφάνιση σχολίων