Είχαν περάσει πολύ ωραία στη γιορτή. Έτσι και η Ασπασία αποφάσιζε να μαγειρέψει, του έδινε και καταλάβαινε. Από παλιά είχε αυτό το χούι, ευτυχώς. Στη γιορτή ήταν και ο Γιώργος. Μόλις είχε γυρίσει από τη Φινλανδία. Είχε τελειώσει η σύμβασή του με το νοσοκομείο εκεί και ήρθε να δει τι θα κάνει. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Μετά το φαγητό αραδιάστηκαν στους καναπέδες κρατώντας ο καθένας και ένα ποτήρι κρασί. Μιλούσαν, γελούσαν, θυμόντουσαν. Κουβέντες μελαγχολικές, μυρωδάτες και άλλοτε εντελώς ανούσιες. Στο διπλανό δωμάτιο τα πιτσιρίκια και η γνωστή βαβούρα τους. Η μόνη στιγμή που σταμάτησαν ήταν όταν η Ασπασία έβγαλε παγωτό με μπισκότα.
Ήταν νωρίς το απόγευμα όταν τραβήχτηκε η φωτογραφία. Είχαν γυρίσει από τη σχολή και της ζήτησε να του ξυρίσει το μούσι. «Μονάχα από τα χεράκια σου», της είχε πει.
- Μα δεν ξέρω, δεν το έχω ξανακάνει.
- Όλα μαθαίνονται.
Γεγονός, όλα μαθαίνονται. Πόσω μάλλον όταν θέλεις να δεις τα μούτρα της αγάπης σου χωρίς μούσι μια φορά. Όποιος τράβηξε πάντως τη φωτογραφία θα πρέπει να στεκόταν στ’ αριστερά και κάτω από την καρέκλα. Δεν θυμόταν. Θυμόταν όμως πως λίγη ώρα πριν αρχίσουν το ξύρισμα είχε ξανακούσει από τον δεύτερο τον ακαταλαβίστικο χείμαρρο των λέξεων, κάτι σαν κουρνιαχτό. Μετά, το τρίξιμο της μπαλκονόπορτας που άνοιγε και τη γυναίκα με τα ξέμπλεκα γκρίζα μαλλιά να βγαίνει και να δένει ένα ακόμα μικρό χρωματιστό κορδελάκι στα κάγκελα. Θυμόταν πως κάθε κάγκελο του μπαλκονιού είχε δεμένα δεκάδες χρωματιστά κορδελάκια που έδιναν μια εικόνα μπλεγμένης ουράς χαρταετού. Ενός χαρταετού που πιάστηκε και τερμάτισε άδοξα το πέταγμά του. Η γυναίκα έμενε λίγο στο μπαλκόνι κοιτώντας παγωμένα την απέναντι μιμόζα για δευτερόλεπτα και έμπαινε μετά μέσα. Τίποτα δεν της φαινόταν στα είκοσί της χρόνια παράξενο πάνω στη γυναίκα που έβγαινε με το νυχτικό, τα ξέμπλεκα μαλλιά, την κατακόκκινη κορδέλα που φορούσε στον λαιμό. Τίποτα εκτός από την ανελέητη μοναξιά της.
Λίγο πριν τραβηχτεί η φωτογραφία είχαν ξανακούσει το ανθρώπινο κουρνιαχτό. Έσκυψε, άπλωσε τρυφερά τη σαπουνάδα πάνω στα γένια του και άρχισε το ξύρισμα. Θυμήθηκε το βλέμμα του. Ένα βλέμμα απείρως διαθέσιμο να τη γεμίζει εμπιστοσύνη. Κρατήθηκε όλα αυτά τα χρόνια το ίδιο.
Τη γυναίκα του δευτέρου δεν τη γνώρισε ποτέ και ας το ήθελε πολύ. Την έβλεπε τόσο συχνά να κρεμάει τα κορδελάκια της στο μπαλκόνι του ακάλυπτου και όμως δεν της είχε μιλήσει ποτέ. Μια μοναχική γυναίκα κρεμούσε στα κάγκελα την τρέλα της και τη μοναξιά της. Μπροστά σε όλους, για χρόνια.
Ήταν ήδη πολύ προχωρημένης ηλικίας. Θα έχει σίγουρα πεθάνει. Ίσως σε κάποιο άσυλο, σε κάποιο οίκο ευγηρίας, σε κάποιο νοσοκομείο. Μόνη. Στην ουσία όλοι μόνοι και γυμνοί θα πεθάνουμε. Όπως μόνοι και γυμνοί γεννηθήκαμε. Όμως μερικοί από μας είχαν την τύχη να μην προχωρήσουν μόνοι, να ζήσουν σε σπίτια γεμάτα από παιδιά, φίλους, συγγενείς. Σε σπιτικά που ζούσαν έγνοιες, έρωτες, πάθη. Που είχαν νοήματα και στήριζαν ελπίδες. Σπίτια γεμάτα διαθέσιμα, αξιωμένα βλέμματα.
Ξαφνικά θυμήθηκε πώς τραβήχτηκε η φωτογραφία. Είχαν ρυθμίσει τη μηχανή, τη στήσανε πάνω στο κρεβάτι και τρέξανε να απαθανατίσουν τη στιγμή. Να χωρέσουν σε μια φωτογραφία το βλέμμα τους. Γιατί ήξεραν πως όσο υπάρχει αυτό το βλέμμα, είναι σαν να ρίχνουν μια γροθιά στον θάνατο. Για όσο θα κρατούσαν ακόμα, θα μου πεις. Για όσο κρατούσαν ακόμα, θα σου πω. Τη φωτογραφία την τράβηξαν μόνοι τους. Από τύχη και για όσο ακόμα κρατάει.
εμφάνιση σχολίων