Το παίρνει απόφαση. Θα επισκεφτεί την τουαλέτα. Στη διαδρομή συναντάει στην άκρη του καναπέ πεταμένους φακέλους με απλήρωτους λογαριασμούς. Τους κοιτάζει απαξιωτικά. Προσπερνάει. Κολλάει το στόμα του από τη δίψα, στάση για ένα ποτήρι νερό στην κουζίνα. Ανακατεμένοι ήχοι. Το κουδούνι ενός ποδήλατου μπλέκεται αλληγορικά με τα ουρλιαχτά και τις απειλές της διπλανής ενοίκου. Την ακούει μιάμιση ώρα πότε να κλαίει, πότε να βρίζει, πότε να απειλεί, πότε να χαμηλώνει τον τόνο της φωνής για να τον ανεβάσει μετά από 5 λεπτά. Δεν την κατακρίνει. Είναι άνεργη και θυμωμένη. Απλά δεν είναι τόσο καιρό άνεργη ώστε να πάψει να ουρλιάζει και να βυθιστεί στον λήθαργο της θλίψης.
Ανοίγει την τηλεόραση. Μεσημεριανά σίριαλ σε επανάληψη για λοβοτομημένους εγκεφάλους, φλύαροι και ψεύτες σε παράθυρα ειδήσεων. Μια φωνούλα ψιθυρίζει στο αυτί του: «Είσαι μια αποτυχία. Απέτυχες». Πατά μηχανικά τα κουμπιά του τηλεκοντρόλ, ηλίθια πρόσωπα περνούν φευγαλέα από την οθόνη, σκέψεις τον περικυκλώνουν. Θυμάται. Την ανασφάλεια του, τον εαυτό του να κατακρημνίζεται, να μεταμορφώνεται σε κάποιον άλλο. Θυμάται έναn άνθρωπο φοβισμένο να παρακαλάει, τη στιγμή που έπρεπε να ανοίξει την πόρτα και να πει «περάστε έξω παρακαλώ», ξανακλείνοντάς την ήσυχα. Θυμάται τον αυτοσεβασμό του να χάνεται. Θυμάται ένα θυμό τόσο ορμητικό. Να παρασύρεται, να εξαντλείται και να σπάζει σε χίλια κομμάτια από αυτόν. Θυμάται τον εαυτό του να αρρωσταίνει, να καθηλώνεται και να παραμορφώνεται.
Θυμάται πρόσωπα να φεύγουν στα δύσκολα. Τι το ερωτεύσιμο νομίζετε ότι έχει ένας άνεργος με απλωμένα χέρια; Ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να αγαπάς ένα θυμωμένο άνεργο; Σας κοίταζε στα μάτια, δεν βλέπατε την τύφλα σας. Φώναζε απελπισία, του λέγατε πόσο όμορφα μάτια έχει. Όχι, δεν θα τον βγάζατε εσείς από τη λούμπα και την κατάντια του. Το μόνο που ήθελε ήταν ένα ζεστό βλέμμα και μια παρακίνηση. Ένα «πιστεύω σε εσένα» είναι αρκετό για έναν απογοητευμένο άνθρωπο. Τα υπόλοιπα θα τα έκανε μόνος του. Δεν κρατά κακίες, ένας άνεργος γνωρίζει πως και οι δραπέτες αντιμετωπίζουν προβλήματα. Έμαθε να συγχωρεί τη λιποψυχία. Τόσο ελεύθερο χρόνο για αμπελοφιλοσοφίες και για ανάγνωση αποφθεγμάτων του Βούδα είχε άλλωστε, μην πάει χαμένος.
Έχει να θυμηθεί και τους άλλους, που συμβούλευαν εξ αποστάσεως. Θυμάται να διώχνει, να εγκαταλείπει, να φεύγει. Τι να εξηγήσει σε κάθε επιφανειακό βολεμένο ανθρωπάκο; Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έγιναν ξαφνικά ξένοι για εκείνον. Είχε ξεμείνει από ψεύτικα χαμόγελα και καυστικά αστεία. Θυμάται ότι ήταν έξυπνος, αστείος και ταλαντούχος. Απλώς θυμάται. Δεν θέλει να θυμάται. Όχι πια. Για αυτό θα ξαναπέσει για ύπνο. Κάθε φορά πριν πέσει για ύπνο ζητά όμορφα όνειρα, σαν και αυτά που έκανε όταν ήταν ξύπνιος πριν χρόνια. Θα κοιμηθεί. Μέχρι να ξαναβρεί τη δύναμη να προσπαθήσει για όλα αυτά τα όνειρα…
εμφάνιση σχολίων