«Θα χτυπήσω το κουδούνι που δε λέει το όνομά σου, αλλά την πόρτα θα την ανοίξεις εσύ». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]
ΚΡΙΣΤΙΝΑ ΑΛΕΞΑΚΟΥ
14 Φεβρουαρίου 2014
Μου έρχεται μερικές φορές η τρελή ιδέα να χτυπήσω το κουδούνι του απέναντι σπιτιού, ή εκείνου παραπέρα ακόμα, και να ζητήσω ζάχαρη. Όχι ότι δεν έχω. Απλά θέλω να δω αν το σαλόνι των σπιτιών απέναντι ή εκείνων παραδίπλα είναι το ίδιο κρύο με τα τούβλα στους τοίχους τους απέξω. Και κάπως έτσι ίσως σου μιλήσω κιόλας.
Θα χτυπήσω το κουδούνι που δε λέει το όνομά σου, αλλά την πόρτα θα την ανοίξεις εσύ. Όταν με δεις, θα σαστίσεις λίγο, θα προσπαθείς να καταλάβεις που με έχεις ξαναδεί. Θα θελήσω να σε βοηθήσω, όπως πάντα. Θα θελήσω να σου θυμίσω εκείνα τα πρωινά της άνοιξης, που κράτησε λίγο, τότε που ξυπνάγαμε μαζί, αλλά δεν θα μιλήσω καθόλου. Θα περιμένω. Εσύ, μετά από λίγο, θα παραιτηθείς. Ίσως δεν με ξέρεις τελικά. Ίσως απλά σου θύμισα κάποια άλλη. Και ίσως και να έχεις δίκιο. Μπορεί κάθε πρωί την άνοιξη να ξυπνούσα μόνη μου. Ή ίσως η άνοιξη να μην ήρθε ποτέ και μετά το Φεβρουάριο να φτάσαμε κατευθείαν σ’ ένα μεγάλο, πολύχρωμο και ασπρόμαυρο καλοκαίρι.
«Συγγνώμη», θα πω, ενώ δεν έχω κάνει ούτε ένα λάθος. «Συγγνώμη. Μήπως έχετε λίγη ζάχαρη; Φτιάχνω γλυκό και μου τελείωσε». Έχεις σταματήσει ν’ ακούς από ώρα, σε κούρασα. Έχεις ήδη πάει στην κουζίνα να φέρεις το βάζο με τη ζάχαρη, χωρίς να σε νοιάζει αν φτιάχνω κέικ ή μπισκότα.
«Ευχαριστώ πολύ», θα πω και δεν θα κάνω βήμα. Τελευταία προσπάθεια. Ίσως θυμηθείς. Ίσως αυτή τη φορά αφήσεις για λίγο την άμυνα στο ντουλάπι της κουζίνας, στη θέση της ζάχαρης που μόλις μου έδωσες. Και το σαλόνι είναι κρύο, είχα δίκιο τελικά. Τα τούβλα που έχει το σπίτι σου απέξω υπάρχουν και μέσα, ίδια και απαράλλακτα. Στέκονται αντί για καναπέδες στη μέση του δωματίου και υπάρχει μια άσπρη, μεγάλη πόρτα, με δύο χερούλια στη θέση του τραπεζιού. Λείπει το κουδούνι, εκείνο που δε γράφει το όνομα σου και ξαφνικά αναρωτιέμαι αν έχεις αφήσει κάποιο μαγικό παράθυρο ανοιχτό γιατί το κρύο γίνεται όλο και περισσότερο.
Με κατηγορούν συχνά ότι δεν είμαι αισιόδοξη και ποτέ δεν αρνήθηκα την αλήθεια που υπάρχει πίσω από αυτές, τις κακοπροαίρετες κατά τα άλλα, λέξεις. Τελευταία όμως, κάτι είναι διαφορετικό. Πια δεν θέλω καν να προσπαθήσω να το αλλάξω. Έχω πιστέψει πλήρως στην απαισιοδοξία μου και την έχω αγκαλιάσει κιόλας. Δεν φταίει ότι μου τελείωσε η ζάχαρη, ούτε ότι άλλαξα σπίτι και άφησα στο παλιό μου ένα κομμάτι του εαυτού μου, μαζί και ένα τετράδιο γεμάτο σκέψεις. Δεν έγινε τίποτα. Όσο πιο πολύ κοιτάζω όμως τον κόσμο από ψηλά, από το μαγικό παράθυρό μου, όσο πιο πολύ καταφέρνω να γνωρίσω αυτή την πόλη και όσο περισσότερο μου λείπει κάθε μέρα η Αθήνα, βλέπω ένα πράγμα. Ανθρώπους παντού και πάντα ερωτευμένους με το ίδιο πράγμα, τον καθρέφτη τους. Πνίγονται πλήθη ανθρώπων κάτω από το παράθυρό μου, μέσα σε ένα «εγώ» που ξαφνικά γράφτηκε με κεφαλαία και τους κατάπιε ολόκληρους.
Και κάπου απομακρύνθηκα, κάπου εκείνοι παραμέρισαν λίγο. Μου έδωσαν τόσο χώρο που πια το δωμάτιο με το μαγικό παράθυρο δε με χωράει καν. Και αν έχω άδικο; Και αν οι άνθρωποι σταματούσαν να κοιτάνε την αντανάκλασή τους στον καθρέφτη που κρατάνε; Αν άφηνα λίγο ήλιο να μπει μέσα απ’ το μαγικό παράθυρό μου;
Κάποιες φορές, σαν εκείνη που πήγα να του ζητήσω ζάχαρη, ένα κύμα ελπίδας με χτυπάει στο πρόσωπο και με ξυπνάει τελείως. Και μέσα στον αφρό αυτό της ελπίδας τον ακούω να μου μιλάει. «Μην ξεχάσεις να μας επιστρέψεις το βάζο», λέει και κλείνει την πόρτα στο λουσμένο με ελπίδα πρόσωπό μου.
εμφάνιση σχολίων