0
1
σχόλια
419
λέξεις

«Η θάλασσα είχε ιδιαίτερη σημασία για εκείνη. Και με ό,τι αυτή σχετιζόταν». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΑΣΗΜΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
31 Οκτωβρίου 2013
Η ώρα 5:38 το πρωί. Ξημέρωνε Παρασκευή. Στην πόλη δεν ακουγόταν τίποτα πέρα από το ελαφρύ αεράκι του φθινοπώρου. Κάπου κάπου περνούσε μόνο κάποιο αυτοκίνητο. Βγήκε στο μπαλκόνι να απολαύσει τη νυχτερινή θέα της πόλης. Όλα ήταν τόσο ήρεμα. Ολόκληρη η πόλη κοιμόταν εκείνη την ώρα και μια φοιτήτρια λησμονούσε ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι της. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Το φθινόπωρο είχε έρθει συνοδευμένο από τη δροσιά του.

Κοίταξε τον ουρανό και παρόλη τη συννεφιά, πολλά αστέρια φαίνονταν ακόμη στον ουρανό. Τα αστέρια πάντα τής θύμιζαν το καλοκαίρι. Όποια εποχή και αν τα έβλεπε.

Τα αστέρια της θύμιζαν τα βράδια που ήταν πιο μικρή και μαζί με την παρέα της ξάπλωναν στην παραλία και τα κοιτούσαν. Τα κοιτούσαν με τις ώρες. Της είχε λείψει. Και το χαλαρό καλοκαίρι και εκείνη η παρέα και τα αστέρια. Δε μπορούσε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που ξάπλωσε στην παραλία και κοιτούσε τα αστέρια, με υπόκρουση τα κύματα που έσκαγαν στην άμμο. Και η άμμος τής είχε λείψει. Να βυθίζει τα χέρια της στην άμμο που είχε ζεσταθεί από το μεσημεριανό ήλιο.

Το μέρος που μεγάλωσε είχε από τις πιο όμορες παραλίες. Τα νερά δεν ήταν βαθιά και ήταν πεντακάθαρη. Μπορούσες να δεις και τα μικρά ψαράκια που έκαναν τις βόλτες τους. Η θάλασσα είχε ιδιαίτερη σημασία για εκείνη. Και με ό,τι αυτή σχετιζόταν. Την άμμο, τις μάσκες, τα μαγιό, τα κοχύλια, τα καράβια, τα ψαράκια, τις βουτιές.

Αχ αυτές οι βουτιές. Όταν βουτούσες σε αυτήν τη θάλασσα και άνοιγες τα μάτια σου, αντίκριζες το πιο όμορφο μπλε που υπάρχει. Ήταν ό,τι πιο μαγικό είχε δει ποτέ της. Γι’ αυτό αγαπούσε και τις βουτιές. Γιατί έβλεπε αυτό το μπλε. Την ηρεμούσε. Τη χαλάρωνε. Μπορούσε να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημά της εκείνην τη στιγμή. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να αισθάνεται πιο κοντά της. Πιο δικό της. Και της είχε λείψει και το μπλε της. Η παραλία της. Η θάλασσά της.

Δε θυμάται πότε έμαθε να κολυμπάει. Θυμάται κάποια στιγμή που της φορούσαν μπρατσάκια. Ποτέ δεν πίστεψε ότι τα είχε ανάγκη. Ίσως δεν έμαθε να κολυμπάει, απλά να συνέχισε. Μια θεία της, όταν την έβλεπε στην παραλία, την έλεγε γοργόνα. Αυτό αισθανόταν όταν κολυμπούσε. Γοργόνα. Ήταν τρελό. Για κάποιο λόγο ένιωθε πως μόνο μέσα στο νερό ήταν ο αληθινός της εαυτός. Πως μόνο εκεί πραγματικά ανέπνεε. Κι έχει καιρό να βουτήξει στο νερό.

Ξημέρωσε…

Υ.Γ.: Ίσως γι’ αυτό να σ’ αγαπάω τόσο. Γιατί με φέρνεις πιο κοντά με τη θάλασσα.

TAGS:
εμφάνιση σχολίων