0
1
σχόλια
793
λέξεις

«Στον πόλεμο για τη ζωή όλοι είμαστε ίδιοι». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΕΥΡΙΔΙΚΗ ΝΙΚΗΤΑ
31 Οκτωβρίου 2013
Ο παππούς μου, από τότε που τον θυμάμαι, μου διηγούνταν πάντα την ίδια ιστορία για τον κύριο Κωστάκη, τον αξιωματικό του στα αλβανικά σύνορα. Την πρώτη μέρα, λέει, που στήθηκαν για το συσσίτιο, γύρισε ξαφνικά ένας στρατιώτης το κεφάλι του και τον είδε να στέκεται στο τέλος της ουράς. Έκαναν όλοι στην άκρη με φωνές για να προχωρήσει μπροστά, μα εκείνος αρνήθηκε. «Στον πόλεμο, είμαστε όλοι ίδιοι», τους είπε. «Έφτασα αργά και θα περιμένω στην ουρά, εδώ είναι η θέση μου».

Έτσι, λοιπόν, τον λάτρεψαν τα στρατιωτάκια, Θεό τους τον έκαναν, ήταν έτοιμα να πεθάνουν γι’ αυτόν, αλλά και μαζί του. Μου τα ’λεγε όλα αυτά, παίζοντας μαντολίνο στο μπαλκόνι τα καλοκαίρια, χαμογελώντας μέσα απ’ τα τετράγωνα γυαλιά του. Εγώ έκανα πως χάζευα τις κότες της κυρά-Κανέλλας από δίπλα, για να μη σκάσω στα γέλια με το «ο κύριος Κωστάκης», που ήταν επίθετο και καθόλου όνομα!

Πώς μπορείς να στέκεσαι προσοχή σε έναν «Κωστάκη», δεν το χώραγε ο νους μου, μέχρι που κάποια στιγμή, πρέπει να είχα κλείσει πια τα δέκα, ο τρομερός αυτός αξιωματικός ήρθε στο χωριό, φιλοξενούμενός μας. Οι δικοί μου μεγάλη αγωνία! «Τύπος και υπογραμμός θα είσαι, το καλό που σου θέλω», με δασκάλεψε η γιαγιά.

Τρεις μέρες σουλουπώνανε το σπίτι με τη Λεμονιά, που θα πει ότι είχαν ξεσκονίσει ακόμα και τις πέτρες κάτω απ’ τους σοβάδες, ει δυνατόν. Τρεις μέρες είχα να κοιμηθώ, απ’ τις 7:00 ξεκινούσαν τα πλυσίματα. Και να τα τζάμια, να οι πόρτες και τα πατώματα και να καθαρίσουμε το τζάκι μήπως ψήσουμε τίποτα και να πλύνουμε τις αυλές και τα μπαλκόνια και να κόψουμε και τα αχλάδια να φιλέψουμε τον άνθρωπο και να πάρουμε τον κρεοπώλη να κρατήσει κατσίκι και μυζήθρα και την κυρά-Στεφανία να φέρει φρέσκο γάλα. Όταν παντρεύτηκε η αδερφή μου είκοσι χρόνια αργότερα, τέτοιος σαματάς δεν έγινε.

Έφτασε μέσα σε μια παλιά μπορντό BM, μια 2000 σαν αυτήν που οδηγούσε ο θείος μου και ένιωθες λες κι ο δρόμος ήταν στρωμένος με παπλώματα. Γερμανική τεχνολογία, μου έλεγε. Έφτασε μόνος του, φορώντας ένα γκρι κουστούμι και καθόλου στολή -πράγμα το οποίο με απογοήτευσε σφόδρα-, κρατώντας στο χέρι ένα μπουκάλι. «Χήρος», είπε η γιαγιά και μου έσφιξε το χέρι, εννοώντας «μην τυχόν και κάνεις καμιά χαζή ερώτηση».

Το τσουλούφι του παππού έτρεμε καθώς αγκάλιαζε τον κύριο Κωστάκη, παρόλο που δεν κουνιόταν φύλλο εκείνον τον Αύγουστο. Είμαι σίγουρος πως είδα και το πάνω χείλος του κύριου Κωστάκη να τρέμει. Όλο αυτό όμως διήρκησε κάποια δευτερόλεπτα και αμέσως έβγαλαν και οι δυο τα μαντίλια να σκουπίσουν το πρόσωπο διαπιστώνοντας φωναχτά την ασυνήθιστη για την εποχή αυτή ζέστη.

Η γιαγιά έστεκε στην άκρη διακριτικά -αξιοπερίεργο στ’ αλήθεια για εκείνη, απλά ώρες ώρες την έσωζε η εξυπνάδα της-, ενώ είχε ήδη επιληφθεί της οργάνωσης του τραπεζιού για τον καφέ, στο πιο πανοραμικό σημείο της πλατείας. Παρήγγειλαν καφέδες κι εγώ πορτοκαλάδα.

«Έναν ελληνικό, με ζάχαρη στη μύτη», μιλούσε βαριά ο αξιωματικός, σχεδόν μεταλλικά. Τα κουσούρια του πολέμου. «Σήκω, αγόρι μου, να φέρεις τον καφέ», μου είπε ο παππούς, «άντε, και γλυκό συκαλάκι μαζί, και τα υπόλοιπα θα τα φέρει το παιδί». Πάω στο καφενείο, το διηγούμαι στον Στράτο και σκάμε στα γέλια. Ψήνει εκείνος τον καφέ κι εγώ βρέχω τη μύτη μου.

Φτάνω μπροστά στον κύριο Κωστάκη κρατώντας με προσοχή το δίσκο και του λέω «ορίστε, ο ελληνικός με ζάχαρη στη μύτη», προτάσσοντας τη λευκή άκρη της μύτης μου. Εκείνος γουρλώνει τα μάτια, ενώ η γιαγιά χλομιάζει. Όλη μέρα έκανε να φύγει η κοκκινίλα από τα δάχτυλά της στο μάγουλό μου.

Άρχισα να μυξοκλαίω, λίγο από πόνο, λίγο από εγωισμό, μέχρις ότου ο αξιωματικός χτύπησε τη γροθιά του στο τσίγκινο τραπέζι. «Σου μοιάζει τούτος, Κούλη», λέει του παππού, που του είχε κοκαλώσει το τσουλούφι στο μέτωπο, «ονειροπαρμένος είναι, σαν κι εσένα. Ο παππούς σου κρατούσε ημερολόγιο στα χιόνια, το ξέρεις, εσύ βρε; Χιονίστρες, ξεχιονίστρες, αυτός εκεί, έγραφε! Καλό παιδί», και συνέχισε να πίνει τον καφέ του, θυμούμενος βομβαρδισμούς και πεζοπορίες. Εγώ, στεγνός πια, δε μπορούσα να φανταστώ τον παππού παιδί και πήγα να παίξω αγαλματάκια ακούνητα με τους άλλους.

Κοιμόμουν το πρωί που έφυγε. Δεν τον ξαναείδα ποτέ. Αλλά ούτε και τον ξέχασα. Το «σου μοιάζει τούτος» ήταν η πολύτιμη κληρονομιά που με περίμενε σ’ αυτήν τη ζωή. Με πολλές σφιγμένες γροθιές, πολλά χαστούκια και πολλά χάδια. Γιατί τα δάχτυλα είναι οι χαμαιλέοντες του συναισθήματος. Αλλάζουν σχήματα και χρώματα, ανάλογα με τις εποχές της ψυχής. Σφίγγουν ένα λαιμό ή ένα μολύβι. Τραντάζουν ένα πρόσωπο ή ακουμπούν ένα στήθος. Όλα κόντρα στην πουτάνα τη λογική.

Τον βρήκε τον κύριο Κωστάκη μερικούς μήνες αργότερα η κοπέλα που τον πρόσεχε, ένα καλοκαιρινό πρωινό στην Αθήνα. Τον βρήκε με το κεφάλι γερμένο μπροστά και τις γροθιές σφιγμένες στα χέρια της πολυθρόνας του. Έτσι, ακόμα και απέναντι στο μοιραίο. Γιατί στον πόλεμο για τη ζωή, είμαστε όλοι ίδιοι.
 
TAGS:
εμφάνιση σχολίων