«Είναι οδυνηρό καμιά φορά να θυμάσαι, αλλά πόσο χαμένος νιώθεις χωρίς μνήμες;». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]
ΑΡΕΤΗ ΣΙΑΧΟΥ
15 Οκτωβρίου 2013
Την ομορφιά της οικειότητας την έζησα, την έμαθα, τη λάτρεψα. Σαν άνθρωποι, κλεισμένοι σε ζωές άλλων ανθρώπων, μεγαλώσαμε και μέσα απ’ όλους εμάς και όλους αυτούς χτίσαμε το όλο αυτό. Και μου έμαθες όλους τους ήχους του σπιτιού για να μην τρομάζω τα βράδια. Πιο πολύ αγάπησα όμως τον ήχο των κλειδιών σου κάθε φορά που γύριζες σπίτι. Και έφτιαχνα το πιο όμορφό μου χαμόγελο ή την πιο γλυκιά μου φωνή.
Έτσι μας βρήκε η ησυχία της ηρεμίας. Μια ηρεμία από ώρες, δίχως του δείκτες του ρολογιού, μια ηρεμία από καλούπι πληρότητας.
Πέρασαν μέρες πολλές που ο ήλιος έκαιγε και ήρθε η στιγμή που σκέφτηκα: «Όπου να ‘ναι θα έρθουν και οι πρώτες βροχές». Η ομορφιά μάς δόθηκε απλόχερα και τώρα η γη ζητά νερό για να ξαναγεννηθεί. Τα μπουμπούκια θα αργήσουν να βγουν, μα εγώ έχω αρχίσει ήδη να ποτίζω. Ποτίζω τις ψυχές μας με αγάπη, το μυαλό με πειθαρχία και το κορμί με καρτερικότητα.
Η δυσκολία θα είναι να τιθασεύσω τις αισθήσεις. Πώς να φυλακίσω μυρωδιές και ήχους, αγγίγματα και φωνές; Είναι οδυνηρό καμιά φορά να θυμάσαι, αλλά πόσο χαμένος νιώθεις χωρίς μνήμες; Να ξεχάσεις δε θέλω ούτε να ξεχαστείς. Θέλω να έρχεσαι τα βράδια με ψίθυρους από στιγμές που ζήσαμε, με αρώματα που σημάδεψαν το κορμί σου. Να μοιράζεσαι, να μοιραζόμαστε τη μελαγχολία της βροχής και την αισιοδοξία του ηλιοτρόπιου. Να έρχεσαι όποτε μπορείς, μα να ‘χεις γυρίσει, σε παρακαλώ, μέχρι να σκάσει το πρώτο μπουμπούκι.
Βράδιασε, δεν άκουσα κλειδιά. Μα σε βλέπω χαμένο στα κίτρινα φώτα της πόλης. Μιας άλλης πόλης, μιας άλλης ιστορίας που τώρα αρχίζει. «Καλή τύχη», σου φωνάζω. «Επιστρέφω», μου λες. Και είναι ο δρόμος μακρύς.
Η ησυχία της ηρεμίας πέρασε και έρχονται πρωινά με μυρωδιές από βρεγμένο χώμα ή μαξιλάρι. Θα φροντίζω να ποτίζω, να κλείνω την πόρτα σε οδυνηρές αναμνήσεις. Θα φροντίζεις να μας βρει η άνοιξη μαζί;
εμφάνιση σχολίων