0
1
σχόλια
228
λέξεις

«Έμαθε πώς ν’ απομονώνει τους ήχους. 'Εμαθε τη σιωπή». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΚΙΧΕΜ
3 Οκτωβρίου 2013
Μέρες είχε η πόρτα να χτυπήσει. Δεν περίμενε κάποιον. Ήταν κι αυτή η νηνεμία. Ούτε τρίξιμο. Έμαθε πώς ν’ απομονώνει τους ήχους. Έμαθε τη σιωπή. Τη σιωπή που εισχωρεί σιγά, αλλά βαθμιαία μέχρι το βάθος του εγκεφάλου και σταματά κάθε ηλεκτρική εκκένωση.

Διακοπή ρεύματος. Το είχαν ανακοινώσει εδώ και μέρες. Εργασίες σε κάποια παλιά αποχέτευση. Ήταν σίγουρος ότι ήταν σ’ εκείνη που πέταγε ό,τι σάπιο είχε απομείνει στο ψυγείο και μέσα του. Εκκενώσεις σωματικής αυτοκάθαρσης. Αυτές ακόμα λειτουργούσαν. «Θα ’χουν μπόλικη δουλειά», σκέφτηκε.

Πονοκέφαλος. Χωρίς καπνό, χωρίς σταγόνα οινόπνευμα. Πονοκέφαλος που νομίζεις δυο, τρία, είκοσι, σαράντα χέρια βουτούν μέσα στο κρανίο και προσπαθούν να στήσουν κομμάτι κομμάτι το παζλ. Πολλές είναι οι φορές που μοιάζει σαν τις πλάκες κάτω απ’ το φλοιό της Γης. Συγκρούσεις, σεισμοί, εκρήξεις. Μέρες είχε η «πόρτα» να χτυπήσει. Ευλογημένες εκρήξεις.

Πάει η σιωπή. Όλα τρίζουν τώρα. Τυφώνας στη μέση του δωματίου να παρασύρει το κάθε τι. Ο καναπές, τα πιάτα απ’ το ράφι, το ράφι, βιβλία, πλακάκια απ’ τον τοίχο, το πάτωμα, φωτογραφίες. Έμεινε μονάχα αυτός, γυμνός πάνω σε μία καρέκλα. Να αιωρείται πάνω σε μια νεφέλη. Εκρήξεις. Έτσι πλάθεται το «τώρα».

«Καλημέρα, τι έκανες;». «Σκεφτόμουν». «Τι;». «Αν χτύπησες την πόρτα πριν μπεις», είπε. «Όχι, δε με περίμενες;». «Ναι, καιρό τώρα». «Ναι», απάντησε κι ήρθε και κάθισε αναπαυτικά στο πρόσωπό του, απλώθηκε ως τα βάθη της καρδιάς του. Χαμογέλασε. «Τι ωραία που ’ναι η ζωή».

Κιχέμ
 
TAGS:
εμφάνιση σχολίων