Ένα τρέιλερ-ξενάγηση στις πιο σημαντικές ταινίες που έχουν προβληθεί μέχρι στιγμής στο Φεστιβάλ
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΑΚΗΣ ΛΑΚΤΑΡΙΔΗΣ [email protected]
25 Μαΐου 2013
Καθώς το 66ο Φεστιβάλ των Καννών πλησιάζει προς το τέλος του, αφήνει κριτικούς και θεατές -για άλλη μια φορά- με ανάμεικτα συναισθήματα. Οι πραγματικά σπουδαίες ταινίες έχουν ήδη ξεχωρίσει, όμως αυτές που έχουν απογοητεύσει ή που δε θα έπρεπε καν να έχουν θέση στο διαγωνιστικό τμήμα, είναι συγκριτικά περισσότερες.
Τις εντυπώσεις μέχρι στιγμής έχουν κερδίσει οι αδερφοί Κοέν με το “Inside Liewyn Davis”, βασισμένο στον Ντέιβ Βαν Ρονκ, μουσικό θρύλο της φολκ μουσικής στο Village της δεκαετίας του ’60, τον οποίο μετονομάζουν σε Λιούιν Ντέιβις. Ένα είδος Μπόμπ Ντίλαν των δρόμων, τον οποίο ερμηνεύει εκπληκτικά ο Όσκαρ Άιζακ (αγνώριστος σε σχέση με το ρόλο του Standard στο Drive). Πιο κοντά στο «Ένας Σοβαρός Άνθρωπος», η καινούργια δουλειά των φοβερών αδερφών κρατάει κάποιες αποστάσεις από το γνωστό χαβαλετζίδικο εαυτό τους, αλλά όχι κι από το ιδιόμορφο, λυτρωτικό χιούμορ τους.
Από κοντά και ο Αλεξάντερ Πέιν με τη “Nebraska”, όπου με το γνωστό γλυκόπικρο χιούμορ του φτιάχνει άλλο ένα χρονικό περιπλάνησης στην αμερικανική επαρχία ενός συνταξιούχου (υπέροχος ο Μπρους Ντερν) με το μικρότερο γιο του, θύματα μιας μαρκετίστικης απάτης, που το τέλος της θα βρει αυτούς σοφότερους κι εμάς με ανανεωμένη την πίστη μας στη γοητεία του σινεμά του ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτη.
Ο Ασγκάρ Φαραντί με «Το Παρελθόν» μεταφέρει πετυχημένα στη Γαλλία την προβληματική του γύρω από τις ενδοοικογενειακές σχέσεις, χωρίς όμως να ξεπεράσει τον εαυτό του σε σχέση με το «Ένας Χωρισμός».
Εξαιρετικός για άλλη μια φορά και ο Ζία Ζανγκέ με το ιδιόμορφο “A Touch of Sin”, με θέμα την πορεία τεσσάρων ανθρώπων προς το φόνο ή την αυτοκτονία στη σκοτεινή πλευρά του κινεζικού οικονομικού θαύματος. Αξίζει να βραβευτεί, αν και μάλλον είναι λίγο περισσότερο arthouse απ’ όσο θα μπορούσε να αντέξει η φετινή κριτική επιτροπή.
Η επιστροφή του Πάολο Σορεντίνο στην Ιταλία με το “La Grande Bellezza” μοιάζει με ένα ερωτικό γράμμα στη Ρώμη, που αν και οι εικόνες του μοιάζουν να αποτίνουν φόρο τιμής σε μεγάλους ιταλούς σκηνοθέτες του παρελθόντος, δε φτάνει στο ύψος του δικού του “Il Divo”, εκτός ίσως από την υπέροχη ερμηνεία -και πάλι- του Τόνι Σερβίλλο.
Στο “Only God Forgives”, το οποίο σημειωτέον γιουχαρίστηκε από τους θεατές, ο Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν μοιάζει να έχει πάρει όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν το “Drive” τόσο ξεχωριστό, και τα επαναλαμβάνει σε τόσο μεγάλες ποσότητες, που φτάνουν στα όρια της αυτοπαρωδίας.
Ανάμεικτες ήταν οι εντυπώσεις και από τα υπόλοιπα γαλλικά φιλμ. Στο “Jeune et Jolie”, ο πάντα άνισος Φρανσουά Οζόν αφηγείται μια ιστορία ενηλικίωσης μέσα από το επί πληρωμής σεξ, επικεντρώνοντας όλη την ταινία του στην πανέμορφη πρωταγωνίστρια της (Μαρίν Βακτ). Ταινία με υπέροχη ατμόσφαιρα, η οποία όμως τελικά δεν έχει κάτι ουσιαστικό να μας πει.
Ο Αρνό Ντεπλεσάν στο “Jimmy P.”, αν και έχει δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς (Μπενίσιο Δελ Τόρο, Ματιέ Αμαριλίκ), μεταφέρει με εντελώς ακαδημαϊκό τρόπο μια αληθινή ιστορία για τη σχέση ενός ψυχασθενή (;) ινδιάνου, βετεράνου πολέμου, με τον γάλλο ψυχαναλυτή του, ο οποίος τον θεράπευσε παίρνοντας υπόψιν του τις θεωρίες των ιθαγενών για τον κόσμο των ονείρων.
Η Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι πάλι στο “Un Chateau in Italie”, με θέμα μια οικογένεια που αναγκάζεται να πουλήσει το σπίτι της στην Ιταλία, αν και καλογυρισμένο, δεν καταφέρνει να μας εμπλέξει στα όσα της/τους συμβαίνουν.
Αντιθέτως, ο Χιροκάζου Κόρε Έντα στο “Like Father Like Son”, όπου ένας πατέρας ανακαλύπτει ότι από λάθος της νοσοκόμας στην κλινική που γεννήθηκε ο γιος του, μεγαλώνει το παιδί κάποιας άλλης οικογένειας, αν και πετυχαίνει με λιτά μέσα να κεντρίσει το ενδιαφέρον μας, δεν καταφέρνει να το κρατήσει μέχρι το τέλος.
Ο συμπατριώτης του, Τακαάσι Μίκε, στο αστυνομικό θρίλερ “Shield of Straw” μόνο λιτός δεν είναι. Θεαματικό και γεμάτο υπερβολές, περιγράφει τη γεμάτη εμπόδια μεταφορά, από δύο ζευγάρια αστυνομικών, του δολοφόνου ενός μικρού κοριτσιού από μια μικρή πόλη της επαρχίας προς το Τόκιο.
Κι αν ο Μίκε στραβοκοιτάζει προς το Χόλιγουντ, ο μεξικανός Αμάτ Εσκαλάντε εμπνέεται από τις ασιατικές περιπέτειες. Στο υπερβολικά βίαιο “Heli” του, την ιστορία ενός αγοριού που αναζητά τον πατέρα του στη γεμάτη από βία και κάθε είδους παρανομία μεξικανική επαρχία, μοιάζει να μην ξέρει πώς να διαχειριστεί το ενδιαφέρον θέμα του και το πνίγει στο αίμα.
Μεγάλη απογοήτευση και το “Grigris” του Μαχάμαντ-Σαλέχ Χαρούν από το Τσαντ. Η ιστορία ενός 25χρονου άντρα που θέλει να γίνει χορευτής ενώ είναι παράλυτος από το ένα πόδι, είναι γεμάτη από κλισέ, από αυτά που περιμένει να δει το δυτικό κοινό και που δεν έχουν καμία σχέση με την αφρικανική πραγματικότητα.
Το “Behind the Candelabra” του Στίβεν Σόντερμπεργκ για τον Λιμπεράτσε και τη σχέση του με τον εραστή του, Σκοτ Θόρσον, ξεχωρίζει κυρίως για την ερμηνεία των δύο πρωταγωνιστών του (Μάικλ Ντάγκλας, Ματ Ντέιμον) και για την πιστή αναπαράσταση της εποχής.
Το ολλανδικό “Borgman” του Άλεξ Βαν Βάρμερνταμ, τέλος, δανείζεται από το “Funny Games” του Χάνεκε, για να φτιάξει μια ταινία φαντασίας, η οποία διστάζει ανάμεσα στο ψυχολογικό θρίλερ και την υπαρξιακή κωμωδία.
Απομένουν οι ταινίες των Γκρέι, Πολάνσκι, Τζάρμους και Ντεσπαλιέ για το κλείσιμο του φεστιβάλ. Περισσότερα από Δευτέρα. Από τα άλλα τμήματα ξεχώρισαν τα “L’ Inconnu du Lac” του Αλέν Γκιροντί και κυρίως το “Omar” του Χάνι Αμπού Άσαντ («Παράδεισος Τώρα»), που θα μπορούσαν άνετα να βρίσκονται στο επίσημο τμήμα και στα οποία θα επανέλθουμε σύντομα.
Ο Αμπντελατίφ Κεσίς με τη «Ζωή της Αντέλ», βασισμένη στη graphic novel της Ζιλί Μαρό, Le Bleau est une Couleur Chaude, φτιάχνει για άλλη μια φορά μια συναρπαστική ταινία, απλή και περίτεχνη, για τον τρελό έρωτα ανάμεσα σε δύο κορίτσια και μας συστήνει την Αντέλ Εξαρχόπουλος (μαζί της η Λιά Σεϊντού του «Η Αδερφή μου»), το καινούργιο καυτό όνομα του γαλλικού σινεμά, η οποία είναι επίσης ελληνικής καταγωγής.
Ειδική αναφορά θα έπρεπε να γίνει στο ελβετικό ντοκιμαντέρ του ιρανικής καταγωγής Καβέ Μπαχτιαρί, “L’ Escale”. Ερχόμενος στην Αθήνα για να δει έναν συγγενή του που βρίσκεται χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα στην Αθήνα, αποφάσισε να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για τη μαύρη τρύπα της χώρας μας, η οποία παγιδεύει τους πρόσφυγες και τους δίνει βορά στους δολοφόνους της Χρυσής Αυγής. Ελπίζουμε να το δούμε και στη χώρα μας.
εμφάνιση σχολίων