0
1
σχόλια
672
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ

«Αυτό είναι που δεν αντέχω όσο μεγαλώνω» μου είπε, και εννοούσε πως δεν αντέχει να μην ξέρει τι της ξημερώνει. Λες και υπήρχε μια εποχή που ξέραμε

ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΟΥ
30 Νοεμβρίου 2012
«ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΡΥΘΜΙΣΩ ΤΟ ΖΕΣΤΟ ΜΕ ΤΟ ΚΡΥΟ» ΛΕΩ ΣΤΟΝ Π. Εκείνος με κοιτάει λες και κατέβηκα από άλλον πλανήτη. Συνεχίζει να ανακατεύει το φαγητό στην κατσαρόλα ρίχνοντας με προσοχή αλάτι και πιπέρι και δεν ανταποκρίνεται στο μουρμουρητό μου. «Ενώ είναι ζεστό», επιμένω, «ξαφνικά γίνεται κρύο και παγώνω». «Τι στο διάολο γίνεται;» του λέω και μάλιστα με έναν εκνευρισμένο τόνο που μάλλον τον ενοχλεί. «Έτσι είναι εδώ στο Λονδίνο» μου απαντάει μετά από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής και αφού έχει βγάλει το φαγητό από τη φωτιά. «Δεν το ήξερες;» απορεί και βιάζεται να σκεπάσει με μια πετσέτα την κατσαρόλα για να βράσει σωστά το ρύζι. «Πρέπει να δοκιμάσεις πολλές φορές για να πετύχεις τη ρύθμιση» συμπληρώνει, και ο τόνος της φωνής του υποδηλώνει πως δεν υπάρχει λόγος να παιδευόμαστε άλλο μ’ αυτή την κουβέντα. Παίρνω δύο πιάτα και τα τοποθετώ στο τραπέζι και ύστερα, μέχρι να τελειώσει το φαγητό, ανάβω ένα τσιγάρο και απλώνομαι στον καναπέ κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο.

ΓΚΡΙΖΑ ΜΕΡΑ, ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΓΚΡΙΖΑ. Χθες υπήρχε μια σφήνα ήλιου κάποια στιγμή γύρω στο μεσημέρι και ένα τετραγωνικό γαλάζιου στον ουρανό. Το κινητό μου αναβοσβήνει: «Πώς τα περνάς» βλέπω να γράφει στην οθόνη, μήνυμα από την κολλητή. «Προσπαθώ να προσαρμοστώ στο γκρίζο» της απαντώ, και «επίσης ακόμα δεν τα έχω βρει με το ζεστό και το κρύο» σκέφτομαι, αλλά αυτό δεν το γράφω. Το γράφω μόνο στο μυαλό μου πως ο Π. λέει πώς έτσι είναι στο Λονδίνο, αλλά εγώ λέω πώς μάλλον έτσι είναι παντού. Μια συνεχής προσπάθεια να ρυθμίσεις το ζεστό με το κρύο. Δεν ξέρω κι αν έχει κάποιο νόημα αυτή η προσπάθεια ή μήπως είναι καλύτερα να αποδεχτείς τις εναλλαγές έστω κι αν τσιτώνει το δέρμα σου και αυξάνονται οι χτύποι της καρδιάς σου.

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΜΙΑ ΒΔΟΜΑΔΑ ΗΜΟΥΝ ΣΤΟ ΤΕΛ ΑΒΙΒ. Εκεί ο ουρανός ήτανε γαλάζιος, τα πάρκα φωτισμένα με ήλιο και τα σκυλιά έψαχναν μια σκιά για να την κατουρήσουνε. Πίναμε λεμονάνα -έτσι λένε εκεί τη λεμονάδα με το δυόσμο- και κοιτούσαμε τη θάλασσα και ύστερα φωνάζαμε στο Μπλου (ένα μικρό κανίς) να σταματήσει να κυλιέται στην άμμο. Μόλις έφυγα, με πήρε τηλέφωνο η φίλη που ζει εκεί. «Σήμερα σφυρίξανε οι σειρήνες», μου είπε, «τρέχαμε να κρυφτούμε στα καταφύγια» είπε μετά και εγώ σκέφτηκα πως μάλλον δεν είχε καμία σημασία εκείνη την ώρα το χρώμα του ουρανού. «Αυτό είναι που δεν αντέχω όσο μεγαλώνω» μου είπε, και εννοούσε πως δεν αντέχει να μην ξέρει τι της ξημερώνει. Λες και υπήρχε μια εποχή που ξέραμε, σκέφτηκα. Καμιά εποχή δεν ξέραμε τι μας ξημερώνει, απλά ζούσαμε με εκείνη την αμέριμνη βεβαιότητα πως κάποιος μας προίκισε με αυτήν τη γνώση. Τη γνώση της ρύθμισης του ζεστού με του κρύου και της ακριβής πρόβλεψης πότε το ένα πρόκειται να αντικαταστήσει το άλλο.

«ΜΑΛΑΚΙΕΣ» ΦΩΝΑΞΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΩΝΑΞΑ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΑ ΑΠΟ ΟΣΟ ΥΠΟΛΟΓΙΣΑ. Ο Π. ξαφνιάστηκε. «Τι παραμιλάς μονάχη σου;» με ρώτησε, χωρίς να περιμένει απάντηση. Έβγαλε το ρύζι από την κατσαρόλα και με πρόσταξε να δραστηριοποιηθώ. «Βάλε ποτήρια στο τραπέζι» είπε, και έτσι όπως άρχισα να υπακούω στις οδηγίες του, θυμήθηκα τον Άλεξ να κάθεται απέναντί μου σε μια καφετέρια κάπου στην οδό Λίνκολν και να επιμένει πως οι άνθρωποι δε θέλουν πια να ξέρουν την αρχή, τη μέση και το τέλος. «Τι θέλουν τότε;» τον ρώτησα. «Θέλουν στιγμές», μου απάντησε, «στιγμές που να τους απαλλάσσουν από τις προβλέψεις». «Στιγμές που να υπερβαίνουν την αγωνία τού αν θα νικήσει το κρύο ή το ζεστό;» τον ρώτησα. «Κάπως έτσι» απάντησε και ύστερα αποφασίσαμε να πάμε μια βόλτα έξω στον ήλιο...


Η Ελένη Ξένου είναι δημοσιογράφος. Ζει στη Λευκωσία. Όταν τη χάνουμε, ταξιδεύει. Τη γνωρίσαμε ως διευθύντρια στο καλό κυπριακό περιοδικό Υστερόγραφο. Ανάμεσα στα κείμενά της που μπορείτε να διαβάσετε στο DOC TV είναι και η στήλη Το Νησί που έγραψε κατοικώντας επί 6 μήνες σε μια καλύβα στην Ταϊλάνδη. Κυκλοφορεί το βιβλίο της «ΥΓ. Γεννήθηκα έναν Απρίλη» το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ.

εμφάνιση σχολίων