0
1
σχόλια
1668
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ
Από τον Βασίλη Ραφαηλίδη
 
DOCTV.GR | UNSPLASH
10 Νοεμβρίου 2022
Υπάρχουν λοιπόν και παρανομούντες δικαστές, ακριβώς όμοιοι με τους παράνομους που δικάζουν. O παράνομος μπορεί να επικαλεστεί σαν ελαφρυντικό την ψυχολογική σύγχυση. Ο δικαστής που παρανομεί τι μπορεί να επικαλεστεί σαν ελαφρυντικό πέραν της ηθικής σύγχυσης, ή για να το πούμε πιο απλά, πέραν της πλήρους ανυπαρξίας ήθους;

"Του δημοκράτη, μόνος οδηγός είναι η αρετή και μόνο χαλινάρι η συνείδηση". Το λέει ο "θείος" Μαρκήσιος ντε Σαντ στο "Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ", βιβλίο τόσο ακραία ενάρετο που θα ήταν παράδοξο αν γινόταν νοητό σαν τέτοιο από ανθρώπους για τους οποίους αρετή είναι η εφαρμογή ενός συνόλου κανόνων συμπεριφοράς, που επιβάλλονται καταναγκαστικά άνωθεν, με την απειλή της κύρωσης.

Στην πυρά, λοιπόν, ο Σαντ. Είναι πολύ ενοχλητικός. Αποδείχνει πως το αίσθημα της Δικαιοσύνης και οι Κανόνες του Δικαίου είναι συχνά πράγματα εντελώς άσχετα μεταξύ τους. Άλλωστε, σ’ όλη του τη ζωή τούτος ο σπαραχτικός και σπαραγμένος άνθρωπος δεν έκανε τίποτα περισσότερο απ’ το να σέβεται τη Δικαιοσύνη και να περιφρονεί επιδεικτικά το Δίκαιο. Βίωσε, ο δύστυχος, την επαγγελία των νικητών αστών της Γαλλικής Επανάστασης για μια "πλήρη απελευθέρωση του ατόμου" με τέτοια συνέπεια που καταστράφηκε: Αυτοί που έβαλαν στο κέντρο του σύμπαντος το άτομο, δηλαδή οι αστοί, ακόμα δεν μπόρεσαν να πιστέψουν πως υπήρξε κάποιος — ο Σαντ— που κατάφερε να οδηγήσει την αστική αντίληψη για την ελευθερία μέχρι τα ακρότατα όριά-της. Κι ωστόσο, το σαντικό όραμα, καλυμμένο και διαστρεβλωμένο υπάρχει πάντα σαν ο κρυφός πυρήνας του αστισμού.

"Καλό είναι ό,τι είναι καλό για μένα", έλεγε ο Σαντ. Το ίδιο δε λένε, πιο καλυμμένα και λιγότερο απροκάλυπτα, όλοι οι ευπρεπείς "καλοί νοικοκυραίοι" για τους οποίους το όριο του κόσμου καθορίζεται απ' το πέρας της μύτης-τους ή καλύτερα από την ακτίνα δράσης της αρπαχτικής χερούκλας τους;

Άλλωστε, όλοι ξέρουν πως το μόνο που χρειάζεται για να πραγματώσει κανείς τα σαντικά σεξουαλικά οράματα είναι πολύ χρήμα και άκρατος εγωισμός. Κάποιοι μεγαλοκαρχαρίες, διαθέτουν εν αφθονία και τα δυο. Το μόνο που δε διαθέτουν είναι η ειλικρίνεια και η εντιμότητα του Σαντ κι εκείνο το βαθύ και πλατύ αίσθημα Δικαιοσύνης που δεν αποκλείει κανέναν απολύτως από τη μεγάλη γιορτή της προσωπικής ευτυχίας.

Κάποιοι μισθοσυντήρητοι δικαστές έχουν καταλάβει πως η ευτυχία του φτωχού είναι σκέτη μεταφυσική και κενό σχήμα. Εφαρμόζοντας το σαντικό πρότυπο, αλλά δολίως και κρυφίως, αποφάσισαν να εξασφαλίσουν "το δικαίωμά-τους στην ηδονή", όπως θα έλεγε ο Σαντ, πουλώντας το Δίκαιο σε καλή τιμή. Είναι οι κύριοι της έκθεσης Παπακαρυά. Κάποιοι άλλοι δικαστές, αυτοί που τις ίδιες μέρες δίκαζαν τον Σαντ με καθυστέρηση 180 χρόνων περίπου, βάλθηκαν ν’ αποδείξουν πως το "δικαίωμα στην ηδονή" είναι ολικά βλαπτική διεκδίκηση. Ανάμεσα στις δυο ομάδες δικαστών φαίνεται να υπάρχει ένα βαθύ χάσμα: Οι πρώτοι μοιάζουν κακοί, οι δεύτεροι μοιάζουν καλοί.

Ωστόσο, έχουμε να κάνουμε εδώ με τους "καλούς" και τους "κακούς" του ίδιου ιστορικού δράματος. Το πρόβλημα είναι πρόβλημα κατανομής ρόλων. Υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στις δυο ομάδες δικαστών: ο ταρτουφισμός, η βαθιά και ίσως ανίατη υποκρισία και ο εγωισμός του μικροαστού που βαφτίζεται "δημόσιο συμφέρον". Δηλαδή όλα όσα καταμαρτυράει ο "θείος" Μαρκήσιος στους Γάλλους αστούς που τη στιγμή που έπρεπε —στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης— δεν έκαναν "άλλη μια προσπάθεια για να γίνουν δημοκράτες", όπως τους παρότρυνε ο Σαντ, ο μόνος που όπως είπαμε βίωσε μέχρις εσχάτων τις αρχές και τα δόγματα της "ολικής απελευθέρωσης του ατόμου", που εμφανίζονται στην Ιστορία για πρώτη φορά τότε και που συνεχίζουν να παραμένουν κενό γράμμα.

Ο Σαντ απαιτούσε "μια ισότητα απέναντι στη φύση", δηλαδή το δικαίωμα για τον καθένα να παραμένει ο εαυτός του. Αυτό που σήμερα ονομάζουμε "αλλοτρίωση", δηλαδή αποξένωση απ' τον πραγματικό μας εαυτό, ξέκομμα από την πραγματική μας φύση, ο Σαντ το είχε προβλέψει και το είχε περιγράφει περίπου εκατό χρόνια πριν απ' το νεαρό Μαρξ των "Φιλοσοφικοοικονομικών τετραδίων" και κάπου εκατόν πενήντα χρόνια πριν απ' τον Μαρκούζε του "Μονοδιάστατου ανθρώπου" και του "Έρως και Πολιτισμός". Στο διάστημα που μεσολάβησε, διάστημα πλήρους εδραίωσης του αστικού καθεστώτος, η φύση υποκαταστάθηκα ολικά πια από το Νόμο: Τώρα όλοι είμαστε "ίσοι απέναντι στο Νόμο" και λίγοι αναρωτιούνται όπως ο Σαντ, μπας και τούτος ο Νόμος είναι κάτι "το παρά φύσιν", που εδραιώνει και νομιμοποιεί την ανισότητα.

Γιατί, λοιπόν, παρανομούν οι δικαστές; Γιατί λιγοστεύει σ’ αυτούς το αίσθημα της Δικαιοσύνης που, ωστόσο, το διαφυλάσσουν οι λαϊκοί δικαστές, όντας παντελώς άσχετοι με τον κυκεώνα των Νόμων και των διατάξεων; Γιατί ο ειδικός, και επί του προκειμένου ο νομομαθής, αποδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ακατάλληλος για την απονομή Δικαιοσύνης, ενώ ο ανειδίκευτος και επί του προκειμένου ο λαϊκός δικαστής των μεικτών αστικών αλλά και των αμιγών λαϊκών δικαστηρίων, αποδεικνύεται ολοένα και περισσότερο κατάλληλος, για μια "δουλειά" που δεν την ξέρει;

Διότι, απλούστατα, ο δικαστής καλείται να εφαρμόσει Νόμους με τους οποίους δεν έχει καμιά ουσιαστική σχέση. Είναι ένας "τεχνικός", ένας διεκπεραιωτής, ένας μάνατζερ που επιτηρεί την εφαρμογή Νόμων φτιαγμένων από άλλους για λογαριασμό άλλων. Είναι κάτι σαν επιστάτης σε ξένο χωράφι, που επιτελεί έργο ανάλογης σημασίας μ' αυτό του αγροφύλακα και κυρίως του χωροφύλακα. (Η κύρια διαφορά ανάμεσα σ' ένα χωροφύλακα και σ’ ένα δικαστή έγκειται στο ότι ο τελευταίος έχει πάει στο Πανεπιστήμιο και ως εκ τούτου "χαίρει εκτιμήσεως" και "έχει κοινωνικό κύρος" —μέχρι που να οδηγηθεί στη θέση του κατηγορούμενου, όπως γίνεται στη "Σπασμένη στάμνα" του Κλάιστ και να τα χάσει τότε και τα δυο: και το κύρος και την εκτίμηση).

Τίνος υπάλληλος είναι ο δικαστής; Του κοινωνικού συνόλου, θα πουν οι πονηροί και οι αφελείς. Δηλαδή και των αστών και των μικροαστών και των προλετάριων και του Ωνάση και της κυρά - Κατίνας και του μεγαλοβιομήχανου και του ψιλικατζή της διπλανής γωνίας και του μεγαλοεργολάβου δημοσίων έργων και του μικροεργολάβου κηδειών. Όλοι αυτοί μπορεί να είναι εντελώς άνισοι μεταξύ-τους, το γεγονός όμως πως είναι ίσοι απέναντι στο Νόμο είναι μια σπουδαία παρηγοριά, ίσης αξίας και σημασίας με το γνωστό "καφέ της παρηγοριάς"!

Λοιπόν οι δικαστές, έχοντας στενές σχέσεις με το φάντασμα του Νόμου, καταλαβαίνουν σιγά σιγά μέσα από τη δουλειά πως πρόκειται, ακριβώς, για φάντασμα. Κι όταν πάψεις να φοβάσαι τα φαντάσματα, σεργιανίζεις σφυρίζοντας στα νεκροταφεία.

Είναι δύσκολο να υπηρετείς ανέντιμους και να μην μπεις στον πειρασμό να γίνεις όμοιός τους. (Θυμίζουμε με την ευκαιρία το λεχθέν υπό Μπέρναρντ Σω: "Τα πολλά λεφτά ή θα τα κλέψεις ή θα τα κληρονομήσεις από κάποιον που τα έχει κλέψει")

Βέβαια, εδώ οι κλέφτες δεν είναι ακριβώς όμοιοι με τους γνωστούς: Δεν κλέβουν "πράγματά δηλωμένης αξίας", κλέβουν την αδήλωτη υπεραξία. Και επειδή η υπεραξία δεν είναι πράγμα συγκεκριμένο, για να γίνει νοητή τούτη η έννοια απαιτείται υψηλός βαθμός αφαιρετικής ικανότητας την οποία μπορεί να αποχτήσει κανείς είτε ασκώντας το νου, είτε μέσα απ' την πολύχρονη τριβή με τα πράγματα. Και επειδή δε νομίζουμε πως η τόσο κοπιαστική δουλειά του δικαστή του αφήνει πολύ ελεύθερο χρόνο για την άσκηση του νου (για να διαβάσει κανείς καλά ολόκληρο τον Σαντ χρειάζεται τουλάχιστον δυο μήνες αποκλειστικής ενασχόλησης μαζί-του), πρέπει να άρχισε να καταλαβαίνει ο δικαστής σιγά σιγά, μέσα απ’ την πείρα, τί ακριβώς σημαίνει "κλέπτειν την υπεραξία με τρόπο καθόλα νομότυπο". Και ως γνωστόν, ο πιο καλός απατεώνας είναι αυτός που ξέρει να προφυλάγεται από το Νόμο.

Θεωρούμε όλα αυτά τα κρούσματα δικαστικής "ανηθικότητας" στο έπακρο θετικά και σημάδια εντελώς παρήγορα για το μέλλον του κόσμου. "Ρίξε το βλέμμα-σου σ' αυτούς που καταστρέφονται από τις ατιμίες που συντηρούν την ύπαρξή-σου", λέει ο μεγάλος Σαντ. Τούτη την έξοχη παραίνεση, που θα έπρεπε να καρφωθεί στον τοίχο πάνω από τις δικαστικές έδρες, σίγουρα δεν την έχουν υπ' όψιν-τους οι δικαστές, τουλάχιστον οι Έλληνες. Όμως, με τον καιρό, όσο θα συνειδητοποιούν σε τίνος την υπηρεσία βρίσκονται τόσο θα ρίχνουν το βλέμμα τους πάνω από την έδρα, σ' αυτούς που καταστρέφονται από τις ατιμίες που συντηρούν την ύπαρξή τους. Ο δικαστής που παρανομεί αποκαλύπτει τον κρυμμένο μηχανισμό της γενικευμένης παρανομίας.

Συμπέρασμα: εμείς, το αόρατο και αφανές λαϊκό δικαστήριο, πρέπει να αθωώσουμε τους δικαστές για όλα συλλήβδην τα αμαρτήματά τους. Κόσμος και κόσμος "αμάρτησε για το παιδί-του" ή για το ψωμί-του ή για το παντεσπάνι-του. Γιατί αυτοί πρέπει να είναι αναμάρτητοι; "Άλλωστε, καμιά "αμαρτία" δεν είναι προϊόν κακότητας ή ανηθικότητας. Είναι πάντα γέννημα ενός συγκεκριμένου κοινωνικού χώρου που την εκκολάπτει. Η δικαστική "ανηθικότητα" υπάρχει σαν σπόρος μέσα στην καπιταλιστική ανηθικότητα, απ’ όπου και εκπορεύεται, όπως το Άγιο Πνεύμα εκ του Πατρός. Επιτέλους, πρέπει να σταματήσουμε να χτυπούμε το σαμάρι και να περιαδράξουμε κάποτε το γάιδαρο.

Καταλάβατε, βέβαια, πως τα παραπάνω είναι γραμμένα υπό την επίδραση του Σαντ, σύμφωνα με το πνεύμα (και όχι το γράμμα) του κολοσσιαίου σαντικού έργου. Αν εκπλήττεσθε που δε βρήκατε σε τούτες τις γραμμές τίποτα το "πορνογραφικό" αλά Σαντ, σας πληροφορούμε πως αυτός ο στοχαστής χρησιμοποίησε τη σεξουαλικότητα μόνο σαν όχημα κάποιων ιδεών, που θα παρέμεναν αναποτελεσματικές αν δεν ντύνονταν το ρούχο του πιο κραυγαλέα εγωιστικού ενστίκτου, που φέρνει μόνιμα στην επικαιρότητα το αίτημα για την ολική χειραφέτηση του ατόμου.

Ο Σαντ δεν είναι πορνογράφος, αλλά πολιτικός στοχαστής ή πιο σωστά, ένας παθιασμένος προφήτης της λευτεριάς. Αυτής ακριβώς της λευτεριάς που λείπει από τους δούλους των αφεντάδων-τους που τους υπηρετούν μια ζωή "απονέμοντας δικαιοσύνη", χωρίς καν να υποπτεύονται πως είναι υπηρέτες, όχι βέβαια της Θέμιδας —αυτές είναι ιστορίες για άγριους και για νήπια— αλλά καταπιεστών συγκεκριμένων και ουδόλως μυθικών.

 
Κείμενα για το Έθνος, Βασίλης Ραφαηλίδης. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης (1 Ιανουαρίου 1934 - 8 Σεπτεμβρίου 2000) ήταν Έλληνας δημοσιογράφος, συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Σπούδασε κινηματογράφο στη σχολή Σταυράκου στην Αθήνα. Γύρισε δύο ταινίες - ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, το Βυζαντινό Μνημόσυνο και το Οι γουναράδες της Καστοριάς και η τέχνη τους. Το 1963 αποφασίζει να γίνει επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου. Αρχικά εργάστηκε σ' αυτό το πόστο σε έντυπα της αριστεράς στην οποία ανήκε ιδεολογικά, πρώτα την Επιθεώρηση Τέχνης και αργότερα στην Δημοκρατική Αλλαγή. Στη συνέχεια εξέδωσε το περιοδικό Ελληνικός Κινηματογράφος το οποίο έκλεισε η Χούντα για να το επανεκδώσει στη συνέχεια με τον τίτλο Σύγχρονος Κινηματογράφος. Με τη μεταπολίτευση εργάστηκε σε διάφορες εφημερίδες, μη περιοριζόμενος στην κριτική κινηματογράφου. Δίδαξε κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου, στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης και αλλού. Στη διάρκεια της δικτατορίας βασανίστηκε και εκτοπίστηκε στις φυλακές της Αίγινας. Υπήρξε συνειδητοποιημένος μαρξιστής-κομμουνιστής και μέσα από κάποια βιβλία του ανέλυσε τη μαρξιστική και κομμουνιστική θεωρία με τρόπο απλό αλλά όχι απλουστευτικό. Απεβίωσε το 2000 σε ηλικία 66 ετών από καρκίνο.

 
Διαβάστε επίσης:
Ραφαηλίδης: Ο πολιτισμός του πλούτου
Ραφαηλίδης: «Να πεθαίνεις στα τριάντα σου»
Ραφαηλίδης: Ζωή, όχι επιβίωση

 
εμφάνιση σχολίων