0
1
σχόλια
692
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ

Διαβάζουμε τον σπουδαίο μονόλογο της λογοτεχνίας σε δύο επιλεγμένες ελληνικές μεταφράσεις

DOCTV.GR
23 Απριλίου 2020
Η ποιητική απόδοση του Άμλετ από τον Γιώργο Χειμωνά κυκλοφόρησε το 1988 από τις εκδόσεις Κέδρος. «Ο Άμλετ μπορεί να είναι ένα έργο πολιτικό ή φιλοσοφικό ή ποιητικό ή όλα μαζί ή τίποτε από αυτά, πλήρες ή ατελές, συγκλονιστικό ή αποτυχημένο -όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε, όπως και να τον μεταχειρισθούμε, να αμελήσουμε αυτή την ταραγμένη όσο και έντονα αισθητή σχέση του με το απόλυτο» αναφέρει ο Χειμωνάς στον πρόλογο της έκδοσης. «Το κεντρικό, θαρρώ, ερώτημα του Άμλετ «να ζεις ή να μη ζεις», που συμπυκνώνει (και θα έλεγα ακυρώνει, αναβάλλει) όλη του την αγωνία, υποκρύπτει ένα άλλο πιο θεμελιώδες, πολύ πιο αγωνιώδες -θα το ώριζα πρακτικό- ερώτημα: πώς να ζεις. Ο Άμλετ δεν έχει, δεν θα βρει ποτέ, τρόπο να ζήσει, από την έναρξη ως τη λήξη του δράματος, γιατί «καμιά χρήση του κόσμου δεν είναι καλή».

«Ύπαρξη; Ανυπαρξία; Ιδού το ερώτημα». Η μετάφραση του «Η τραγική ιστορία του Άμλετ, πρίγκιπα της Δανιμαρκίας» του Παύλου Μάτεσι που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Τόπος ξεχωρίζει με τη μορφή πεζού εσωτερικού μονολόγου. Για πρώτη φορά στα ελληνικά η μετάφραση της φράσης του Άμλετ «Να ζει κανείς ή να μη ζει;» γίνεται «Ύπαρξη; Ανυπαρξία; Ιδού το ερώτημα».

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ: «ΝΑ ΖΕΙΣ. ΝΑ ΜΗ ΖΕΙΣ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΕΡΩΤΗΣΗ. Τι συμφέρει στον άνθρωπο. Να πάσχει, να αντέχει σωπαίνοντας τις πληγές από μια μοίρα που τον ταπεινώνει χωρίς κανένα έλεος ή να επαναστατεί. Να αντισταθεί στην ατέλειωτη παλίρροια των λυπημένων κόπων.

Να πεθάνεις. Να κοιμηθείς. Αυτό είναι όλο. Να κοιμηθείς και να κοιμηθούν όλοι οι πόνοι που από αυτούς είσαι πλασμένος. Να μην ξυπνήσουν πια ποτέ. Αυτόν τον ύπνο να εύχεσαι για σένα. Να πεθάνεις. Να κοιμηθείς.

Κι αν στον ύπνο σου έρθει ένα όνειρο; Τι θα είναι αυτό το όνειρο; Μετά τον αιώνα του σώματος ποιος ύπνος αναλαμβάνει τα όνειρα; Πώς ονειρεύεται ο θάνατος; Σε πιάνει φόβος αργείς Και ζεις. Και η πανωλεθρία διαρκεί ζώντας από τη ζωή σου.

Τελείωσε τον κόσμο εσύ. Τέλειωσε την ζωή σου. Αυτήν την στιγμή. Τώρα. Μ’ ένα μαχαίρι. Ποιος προτιμάει να ζει ρημάζοντας μέσα στον χρόνο. Να τον αδικεί ο ισχυρός, να τον συντρίβει ο επηρμένος, να ερωτεύεται, να εκλιπαρεί τον αδιάφορο, να ανέχεται την ύβρι της εξουσίας τη νύστα του νόμου. Να νικά ο ανάξιος τον άξιο. Που η αξία του η ίδια τον έχει από πριν νικήσει.

Ποιος θα άντεχε να κουβαλάει το ασήκωτο βάρος της ζωής, να σέρνεται να ερημώνει, να στραγγίζει ιδρώτας η ψυχή του αν δεν ήταν ο τρόμος. Γι' αυτό που στέκεται εκεί. Εκεί που αρχίζει ο θάνατος. Σ' αυτήν την άγνωστη γη. Που σε κανέναν ορίζοντα μακριά κανείς. Ποτέ δεν είδε. Κι εκείνοι που ξεκίνησαν και φύγαν ποτέ δεν ξαναφανήκαν στην πύλη. Ο φόβος ταράζει την θέληση και θέλεις να είναι ο εχθρός σου γνώριμος παρά να δεις να έρχεται καταπάνω σου το αγνώριστο»


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΤΕΣΙΣ: «ΎΠΑΡΞΗ; ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ; ΙΔΟΥ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ. Τι είναι για την ψυχή το ευγενέστερο; Να ανεχτείς βέλη και λιθοβολισμό πρόστυχης μοίρας ή να σηκώσεις όπλο ενάντια σε ωκεανό από βασανιστήρια, να τους εναντιωθείς και να τα μηδενίσεις; Θάνατος. Ύπνος. Και μετά, μηδέν. Κι αν μ' έναν ύπνο βάζω τέλος στα μαρτύρια της καρδιάς και τα χιλιάδες άλλα πράγματα που κληρονόμησε η σάρκα; Αυτό είναι ολοκλήρωση ευλαβικότατα επιθυμητή. Θάνατος. Ύπνος. Ύπνος! Α! Και ίσως όνειρα. Μάλιστα. Εδώ η εμπλοκή. Γιατί σε τέτοιον ύπνο θανάτου, τι είδους όνειρα; Ενδέχεται να έρθουν, όταν θα 'χουμε ξεφορτωθεί αυτό το σάρκινο βασανιστήριο;

Αυτό μας κόβει τη φορά.Ο συλλογισμός που κάνει αβάσταχτη μια ζωή που τόσο αβάσταχτα πολύ κρατεί. Γιατί, ποιος θα υπόμενε μαστίγιο, προσβολές εγκόσμιες, την αδικία του δυνάστη, τη βρισιά του αλαζόνα ή τις μαχαιριές του περιφρονημένου έρωτα, τον νόμο που θα λειτουργήσει καθυστερημένα, την προπέτεια της Εξουσίας, τα λακτίσματα που ο νομοταγής πολίτης δέχεται απ' τον αχρείο, όταν στο χέρι του είναι απ' όλα αυτά να απαλλαγεί μ' ένα μικρό, γυμνό μαχαίρι;

Γιατί ποιος θ' ανεχόταν βόγγο, βάρος και ιδρώτα μιας άχαρης ζωής, εάν ο τρόμος πως κάτι που υπάρχει μετά θάνατον -η χώρα η άγνωστη που από το σύνορό της ταξιδιώτης κανείς δεν επιστρέφει- μουδιάζει τη βούληση και μας καταναγκάζει να υπομείνουμε τα τωρινά μαρτύριά μας, παρά ν' ανοίξουμε πανιά προς άλλα, άγνωστά μας;
 
εμφάνιση σχολίων