«Η πραγματικότητα φαλτσάρει άγρια κι εμείς βρισκόμαστε σε μόνιμο χανγκόβερ»
ΤΑΣΟΣ Κ.
13 Δεκεμβρίου 2013
ΟΝΕΙΡΑ. ΑΝΑΒΑΛΛΟΝΤΑΙ, προέχει η διευθέτηση του παρόντος, όχι όνειρα, όχι τώρα, σε μια άλλη ζωή ίσως, μετεξεταστέα προς το παρόν. Αφήστε με εδώ με τους εφιάλτες μου, τις αϋπνίες μου. Καλύτερα έτσι. Καλύτερα να σέρνεσαι από τον υπολογιστή στο κρεβάτι κι από το κρεβάτι στον υπολογιστή παρά να γκρεμοτσακίζεσαι από μια καλή ιδέα.
ΦΙΛΟΙ. ΑΥΤΟΙ ΚΙ ΑΝ ΔΙΝΟΥΝ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ. Ας το παραδεχθούμε. Δε θέλουμε να τους περάσουμε. Είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη για συντροφικότητα, που τους διώχνουμε, δε θέλουμε να εκφραστούμε. Καλύτερα να τα λέμε στο facebook, καλό είναι κι αυτό, να κρατάει την απόσταση. Γιατί παραπάνω φοβόμαστε. Τους φοβόμαστε. Πάντα φοβόμασταν να παραδεχθούμε τις αδυναμίες μας στους δικούς μας. Καλύτερα στους ξένους. Προτιμότερος ο ψυχολόγος.
ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΝΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΤΗΛΕΦΩΝΑ, να κανονίζουμε καφέδες από τα απέναντι πεζοδρόμια με άτομα που συναντάμε τυχαία. Πόσες μούντζες είχαμε ρίξει σε περαστικούς, προσπαθώντας να συνεννοηθούμε με το φιλαράκι μας απέναντι να βγούμε στις 5:00 στην πλατεία; Θυμάται κανείς; Θέλει να θυμάται κανείς; Πόσες φορές κρατήσαμε την κοιλιά μας από τα γέλια; Πότε κλάψαμε από χαρά για τα καλά νέα του άλλου, με μια χαρά μεγαλύτερη από αυτή που θα είχαμε αν μας συνέβαινε εμάς κάτι το συναρπαστικό;
ΠΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΨΙΘΥΡΙΣΟΥΜΕ με απόλυτη συνενοχή κάτι στ’ αυτί του άλλου; Πόσο καιρό έχουμε να στείλουμε ένα κουτσομπολιό ραβασάκι σε μια χαρτοπετσέτα, με λογάκια της πλάκας, αστεία; Πόσο καιρό έχουμε να σκαρώσουμε ένα σχέδιο συνωμοτικά; Μια απόδραση το σαββατοκύριακο, κάτι τέλος πάντων; Γιατί, ρε γαμώτο, δε ζούμε; Γιατί έχουμε αναγκαστεί να νοσταλγούμε, ενώ θα έπρεπε να δημιουργούμε; Δε γεράσαμε. Όχι, τα γηρατειά δεν είναι έτσι. Είμαστε ζόμπι.
ΔΕΝ ΚΟΙΤΙΟΜΑΣΤΕ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ. Καταλαβαινόμαστε. Να κάτι που κάνουμε με συνενοχή. Καταλαβαίνουμε ότι χανόμαστε. Οποία ανακάλυψις! Σαν να ξέρουμε από τώρα ότι κάποια μέρα θα πεθάνουμε… Μου λείπουν οι φίλοι μου, αυτοί οι ατρόμητοι που με ανέχονται με τις ιδιοτροπίες μου, με τα καλά μου και τα στραβά μου. Τόσο απλά. Οι συνωμότες που κλέβουμε μέσα στην παρέα περισσότερα από όσα δίνουμε και αυτή η σχέση είναι αστεία, αν σκεφτεί κανείς ότι γίνεται από όλους αμοιβαία. Τα μούτρα τους, που ξεγράφουν τις δυσκολίες από πάνω τους, που περπατάνε ξυπόλυτοι και μπορούν να ζήσουν μόνο με λίγο ήλιο. Οι Χαμογελάρες μου. Τα επίλεκτα αδέρφια μου.
ΝΑΙ, Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΦΑΛΤΣΑΡΕΙ ΑΓΡΙΑ και εμείς βρισκόμαστε σε μόνιμο χανγκόβερ. Δεν υπάρχουν συνταγές. Τη θετική σκέψη και το χαμογελάτε-χωρίς-λόγο ποτέ δε θα το καταλάβω. Το θέμα είναι να ξαναβρούμε τους λόγους που θέλουμε να ζήσουμε καλά σε αυτόν τον κόσμο. Οι φίλοι είναι ο πρώτος λόγος, η βάση. «Είμαι οι φίλοι μου» είναι το ιερό μάντρα μου.
ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟΥΣ ΞΑΝΑΒΡΩ. Να πιαστώ από τα λόγια τους: να μάθω, πως ακόμα και όταν όλα πάνε στραβά και ζαλίζομαι, αυτός ο αποπροσανατολισμός είναι η πορεία προς την ανακάλυψη νέων οριζόντων, σαν φυγή από την πεπατημένη, σαν να σκοντάφτουμε σε μέρη αγεωγράφητα γεμάτα θησαυρούς. Να καταλάβω πως το άγχος είναι πολύ μικρότερο από τη διάθεση να δημιουργήσω, άρα δεν αξίζει να αναβάλλω (-ουμε) τίποτα για καμία άλλη ζωή. Να ξαναδώ όνειρα και να κάνω σχέδια με τους συνενόχους μας.
Φίλοι, φίλε, φίλοι και όνειρα. Φιλί!
εμφάνιση σχολίων