0
2
σχόλια
518
λέξεις
CULTURE
Άγγελος Αντωνόπουλος (16 Ιανουαρίου 1932 - 30 Μαΐου 2026)
 
4 Ιουνίου 2026

Γεννήθηκα στον Πειραιά, αλλά μεγάλωσα στην Ολυμπία από όπου καταγόταν η μητέρα μου. Ο πατέρας της είχε ένα μαγέρικο όπου έτρωγαν σιδηροδρομικοί και αρχαιολόγοι. Ο παππούς της, τη μέρα που γεννήθηκε, κέρασε από τη χαρά του όλο το ταβερνείο και τότε ένας αρχαιολόγος είπε: «Θα τη βαπτίσω εγώ!..».

Ήρθε στη βάπτιση από τις Μυκήνες, όπου ανέσκαπτε, και της έδωσε το όνομα Μυκήνα. Ήταν ο Ερρίκος Σλήμαν.

Μετά την Κατοχή, ξαναγύρισα στο πατρικό μου, στον Πειραιά. Ένα βράδυ αποφάσισα να πάω στο Εθνικό Θέατρο να δω τον «Θείο Βάνια» σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν. Βγήκα από το θέατρο και κόντεψαν να με κόψουν τ’ αυτοκίνητα. Από τη γοητεία που είχε ασκηθεί πάνω μου, δεν έβλεπα πού πήγαινα.

Δούλευα σ’ ένα μπακάλικο. Δε μπορούσα να επιστρέψω εκεί. Κατέβηκα στο Υπόγειο και βρήκα τον Κουν.

«Θέλω να γίνω ηθοποιός», του είπα.

«Ελάτε αύριο», μου είπε.

Την επόμενη μέρα κάθισα στη μέση της σκηνής και απήγγειλα την «Ιθάκη». Μου πρότεινε να πάω στη σχολή. Μου ζήτησε να διαβάσω Ντοστογιέφσκι και Στανισλάφσκι. «Στανισλάφσκι, Στανισλάφσκι» επαναλάμβανα συνέχεια, για να μην το ξεχάσω μέχρι να βρω βιβλιοπωλείο.

«Τί πάει να πει Θέατρο; Τί πάει να πει ηθοποιός; Πού πας παιδάκι μου;» έτσι μου έλεγε η μάνα μου.

Ήρθαν τα πρώτα μεροκάματα. Άρχισε να βράζει το τσουκάλι και ν’ αλλάζει η ζωή μας. Από εκεί που περνούσαμε μια δύσκολη καθημερινότητα, βρεθήκαμε σ’ ένα νέο σπίτι. Θέλαμε να βάλουμε τηλέφωνο αλλά δεν είχαμε χρήματα.

Πήρα ένα ρόλο σε μια ταινία. Το τηλέφωνο κόστιζε 2.000 δραχμές και για το φιλμ πήρα 20.000 δραχμές. Η μητέρα μου τα έχασε. Δε μπορούσε να πιστέψει ότι πήρα τόσα χρήματα για να παίξω ένα ρόλο. Το μόνο που θέλαμε ήταν να ηρεμήσουμε και να πορευτούμε με το καλό που μας βρήκε. Βοούσε η ζωή γύρω μου και προσπαθούσα να έχω αυτοέλεγχο. Να βλέπω τον εαυτό μου μέσα σε αυτή τη δίνη και ταυτόχρονα να τον ελέγχω. Να του λέω «Πρόσεχε!». Γιατί είχα φοβερές εκδηλώσεις.

Ήταν ωραία η ζωή. Πολύς κόσμος, πολλές προκλήσεις αλλά εγώ τα έζησα και ως πάσχον πρόσωπο. Δεν ήμουν μόνο κατακτητής αλλά και κατακτημένος. Μου άρεσε αυτό και νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η δίνη του έρωτα και της ζωής. Στις σχέσεις μου μ’ ενδιέφερε να υπάρχει επένδυση συναισθηματική. Να υπάρχει συγκινησιακή λειτουργία.

Είναι μεγάλη ικανοποίηση όταν δικαιώνεται η επιλογή σου όσον αφορά την πορεία που έχεις διαγράψει. Και όταν δικαιώνεται η επιλογή σου, σημαίνει ότι φτάνεις κάπου όπου αποχαιρετάς αυτό το ταξίδι πλήρης. Ευδαίμων.

Ο χρόνος σε κάνει να είσαι φιλόσοφος, να σκέφτεσαι τις ταχύτητές του που αλλάζουν από ηλικία σε ηλικία. Οι μόνες στιγμές που σκέφτομαι την ηλικία μου είναι όταν γίνεται αισθητή η απουσία των παιδιών. Των απογόνων. Ως νέος δεν έδωσα σημασία σε αυτό. Τώρα μελαγχολώ. Τώρα είναι αισθητή η ανάγκη των παιδιών.

Ήμουν πάντα πλαισιωμένος από πολύ αγαπητούς φίλους. Με την ηλικία που έχω τώρα, έχω ζήσει πολλές απώλειες. Κάθε φορά που φεύγει κάποιος νιώθω ορφανός. Νιώθω ερημιά. Δε μπορώ να πιστέψω ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι τόσο παρόντες, είναι πλέον απόντες. Αισθάνομαι μεγάλο πένθος.

Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο του τέλους, συνηθίζω να ανατρέχω στην εκκλησιαστική γραφή: «Ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και με καλή ευλογία».

Πηγές: kathimerini.gr – Απόσπασμα συνέντευξης στη Γιώτα Συκκά

εμφάνιση σχολίων