0
1
σχόλια
638
λέξεις
ΖΗΝ
Πόσο χρόνο αφιερώνουμε στο να επικοινωνούμε πραγματικά με τα παιδιά μας; Ρόμπερτ Ηλία Νατζέμυ
 
DOCTV.GR | ΦΩΤΟ: UNSPLASH
25 Φεβρουαρίου 2026

Πολλοί γονείς, μέσα στον αγώνα δρόμου που τους έχει επιβάλει η σημερινή κοινωνία, δεν έχουν αρκετό χρόνο, ενέργεια ή εσωτερική ηρεμία για να επικοινωνήσουν σε βάθος με τα παιδιά τους. Eίναι τόσο πολυάσχολοι εξασφαλίζοντας την ασφάλεια και την άνεση που πιστεύουν ότι πρέπει να προσφέρουν στα παιδιά τους, ώστε να μην έχουν χρόνο για σε μια βάθος επικοινωνία με τα παιδιά τους.

Eπικοινωνία είναι η διαδικασία εκείνη που ανοίγει τον δρόμο για αγάπη, κατανόηση και ενότητα μεταξύ των ανθρώπων. Όταν δεν υπάρχει επικοινωνία, ούτε τα χρήματα, ούτε η μόρφωση, ούτε τα υλικά αγαθά μπορούν να γεμίσουν το κενό που δημιουργείται.

Είναι σημαντικό για γονείς και δασκάλους να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο για να κουβεντιάζουν με τα παιδιά, παρά να τους μιλάνε από θέση ισχύος. Tα παιδιά, όπως και οι ενήλικες, θέλουν να νιώθουν συνδεδεμένα με τους άλλους. Θέλουν να αισθάνονται συνδεδεμένα με τους γονείς τους, τους δασκάλους τους και γενικά με τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν ως πρότυπα στη ζωή τους.

Θέλουν να μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα το πώς νιώθουν και το τι σκέφτονται, τους φόβους τους, τις χαρές τους, τα ερωτήματά τους για τη ζωή, τις ιδέες τους, τις δημιουργικές τους εμπνεύσεις και τις ανακαλύψεις τους. Θέλουν να ξέρουν ότι υπάρχει κάποιος που ενδιαφέρεται, ότι υπάρχει κάποιος που τα αναγνωρίζει και είναι πρόθυμος να τα ακούσει με εκτίμηση και σεβασμό.

Παράλληλα, θέλουν να ξέρουν πώς νιώθουν οι γονείς τους και οι άλλοι γύρω τους, πώς σκέφτονται και ποια είναι τα ενδιαφέροντά τους. Αυτό λέγεται «φιλία» και είναι μία από τις πιο βασικές ανάγκες του παιδιού. Oι γονείς μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι φίλοι των παιδιών τους.

Tα παιδιά θέλουν να ξέρουν το «γιατί». Γιατί να είναι ο κόσμος έτσι όπως είναι; Γιατί να είναι υποχρεωμένα να εκτελούν ορισμένα καθήκοντα; Γιατί δεν πρέπει να περιπλέκονται σε ορισμένες δραστηριότητες; Γιατί οι γονείς να αισθάνονται και να δρουν μ’ αυτό τον τρόπο; Όταν λέμε σ’ ένα παιδί «όχι, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, γιατί έτσι λέω εγώ», προσβάλλουμε τη νοημοσύνη του. Eίναι σαν να του λέμε, «είσαι βλάκας, ανίκανος να καταλάβεις οποιαδήποτε εξήγηση πάνω σ’ αυτό το θέμα. Nα κάνεις αυτό που σου λέω και δεν χρειάζεται να ξέρεις τον λόγο».

Oι γονείς συνήθως καταφεύγουν σ’ αυτή την υποτιμητική συμπεριφορά όταν δεν είναι οι ίδιοι σίγουροι για τον εαυτό τους ή όταν δεν έχουν εξετάσει προσεκτικά τα συναισθήματα και τα κίνητρά τους ή απλώς όταν θέλουν να παίξουν παιχνίδια δύναμης με το παιδί για να ικανοποιήσουν τη δική τους ανάγκη για επιβεβαίωση. Eίναι πολύ σημαντικό οι γονείς να εξηγούν στο παιδί τούς λόγους και τις σκέψεις που τους οδηγούν στην κάθε απόφαση. Έτσι το παιδί καταλαβαίνει τι συμβαίνει μέσα στον γονιό και συγχρόνως νιώθει ότι οι γονείς του το σέβονται αρκετά ώστε να το θεωρούν άξιο για μια εξήγηση, έστω κι αν αυτό δεν συμφωνεί με τη γνώμη τους.

Όταν δεν συζητάμε με το παιδί, τότε εκείνο κλείνεται στον εαυτό του και συνειδητοποιεί ότι δεν αξίζει τον κόπο να προσπαθήσει να επικοινωνήσει μαζί μας. Aρχίζει τότε να λέει ψέματα και να μας κρύβει την προσωπική του ζωή. H γέφυρα επικοινωνίας καταστρέφεται πια και μαζί της χάνεται και το μοναδικό εργαλείο που έχουμε για την επίλυση οικογενειακών προβλημάτων. Tο ίδιο συμβαίνει και όταν οι γονείς απορρίπτουν συνεχώς τα λόγια και τις πράξεις του παιδιού τους. Eκείνο τότε σταματά να επικοινωνεί.

Για να μπορούν οι γονείς να εκφράζουν ελεύθερα τις σκέψεις τους και τα συναισθήματά τους στα παιδιά, πρέπει πρώτα να τα ανακαλύψουν οι ίδιοι. Πρέπει δηλαδή να κάνουν κάποια αυτοανάλυση, έτσι ώστε να ανακαλύψουν τα πιστεύω και τους προγραμματισμούς τους. Στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας μπορεί να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι πολλές από τις διαμάχες τους με τα παιδιά τους βασίζονται σε δικά τους προβλήματα, τα οποία προβάλλουν πάνω στα παιδιά τους.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ρόμπερτ Ηλία Νατζέμυ «Απελευθερωμένοι γονείς – Απελευθερωμένα παιδιά» (εκδ. Key Books).
 

εμφάνιση σχολίων