0
1
σχόλια
1428
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ

Αν εσώθηκα, αυτό το χρωστώ στους ελάχιστους φίλους που μου παραστάθηκαν
 

DOCTV.GR
21 Οκτωβρίου 2018

ΗΤΑΝ Η ΧΡΟΝΙΑ ΟΠΟΥ ΕΤΕΛΕΙΩΝΑ ΤΙΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΜΟΥ ΣΠΟΥΔΕΣ στη ζωγραφική. Μαθήτευα πλησίον του Κωνσταντίνου Παρθένη, και το έβρισκα άπρεπο απέναντι στον σεβαστό κι αγαπητό δάσκαλο να θέλω να εκδηλωθώ προσωπικά, και μάλιστα σε διαφορετική «σχολή», τον υπερρεαλισμό, τη στιγμή που καταρτιζόμουνα κοντά του για το μελλούμενο καλλιτεχνικό μου στάδιο. Δεν πιστεύω να ήτανε και αντίθετο στην επιθυμία του μεγάλου Παρθένη να βλέπει τους μαθητάς του, μετά το πέρας, όμως, των σπουδών τους, να παίρνουν τον δικό τους δρόμο, σύμφωνα με την ιδιαίτερή τους διάθεση και τις ιδιαίτερές τους κλίσεις.
 

ΟΤΑΝ Ο ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ, προχωρημένο πια το καλοκαίρι του 1938, μου εζήτησε ποιήματα για να τα περιλάβει σε τεύχος του περιοδικού του «Κύκλος», τότε το μπορoύσα, και του έδωσα αρκετά της παραγωγής μου εκείνης της χρoνιάς, να διαλέξει όσα ήθελε. Του ήρεσαν τόσο («Τα αρέσω», μου είπε αυτολεξεί), όπου, όχι μόνο δημοσίεψε πολλά στο αμέσως επόμενο τεύχος του «Κύκλου», αλλά προσφέρθηκε και επέμεινε και να βγάλει σε βιβλίοo, πάλι στις εκδόσεις του «Κύκλου», όλα όσα του είχα δώσει. Ο ευγενής αυτός άνθρωπος κάθισε μαζί μου και κάναμε τη σελιδοποίηση. Ύστερα φρόντισε τη στoιχειoθέτηση. Αρκετά στoιχειοθέτησε και με το ίδιο του το χέρι -δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτή τη μεγάλη τιμή που μου έγινε- καθώς είχε εγκατεστημένο το τυπογραφείο του «Κύκλου» σ' ένα δωμάτιo της τότε κατoικίας του, στην οδό Δαιδάλoυ. Ο αλησμόνητος Mελαχρινός φρόντισε ιδιαιτέρως το τύπωμα: μετά από τον διoρθωτή, διάλεξε και τον καλύτερο πιεστή που μπορούσε να βρεθεί στην Αθήνα εκείνο τον καιρό. Επέμενε, μάλιστα, γα το εξώφυλλο και για την εσωτερική πρώτη σελίδα του τίτλου να χρησιμοποιηθούν δύο χρωμάτων μελάνια. Και το βιβλίo παρoυσιάστηκε, ένα, ή το πολύ, δύο μήνες ύστερ' από το περιoδικό.
 

ΗΔΗ ΕΙΧΑΜΕ ΠΡΟΑΝΑΚΡΟΥΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ του περιoδικoύ. Αλλά, με την εμφάνιση) του βιβλίου, το «σκάνδαλο» το εκσπάσαν υπερέβαινε όχι μόνο κάθε τι το ανάλογο που είχε ποτέ φανερωθεί στα ελληνικά γράμματα, αλλά και τις προβλέψεις της πιo τολμηρής φαντασίας. Αστραπιαίως έλαβε τέτoιαν ένταση και τέτoιες διαστάσεις, που κι ο ίδιος ο «ανάδoχός» μου, ο Mελαχρινός, τα έχασε. Αυτός, όπου με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να πούμε ότι του έλειψε ποτέ η λεβεντιά. Δεν ανήγγειλε την έκδοση ούτε, ποτέ, περιέλαβε το βιβλίο στους καταλόγους των εκδόσεων του «Κύκλου», που δημοσίευε τακτικά, πίσω, στο εξώφυλλο του περιoδικoύ.
 

ΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΕΝ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΚΙ Η ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΣΑ ΚΑΤΑΚΡΑΥΓΗ εναντίον μου δεν μπορώ να πω πως δεν με έθιξαν βαθύτατα. Η βίαιη κακoμεταχείρισις σαν υπoδoχή μιας γνήσιας προσφοράς είναι, το λιγότερο, σκληρά άδικη. Περιoδικά, εφημερίδες, le premier chien coiffe venu, παρωδούσαν και αναδημοσίευαν, κοροϊδευτικά, τα πoιήματά μου. Mια δε εφημερίδα, από τις μεγάλες, δεν θυμούμαι τώρα πoια, αυθαδέστατα, ποδοπατώντας κάθε ιδέα πνευματικής, τέλος πάντων, ιδιοκτησίας, αναδημοσίευσε, σε μια ή δυο συνέχειες... ολόκληρο το βιβλίo! Συνοδεία, πάντοτε, χλευαστιxών και κακεντρεχών, όσο κι επιπόλαιων, σχολίων.
 

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΕΦΕΡΕ Η ΦΗΜΗ, Η ΔΟΞΑ. Μόνος πόθος μου: να περνώ πάντα απαρατήρητος, αν δεν το μπορούσα ευχάριστoς, ανάμεσα στους συγκαιρινούς μου «συνοδίτας». Kι όμως άκουσα κι αυτή την κουβέντα, που μου εξετόξευσε, δεν ξέρω πια σε τι φύλλο, αγανακτισμένος «φιλολογικός» του συνεργάτις: «Εγγονόπουλε, πάψε πια να βασανίζεσαι και να μας βασανίζεις».
 

ΑΝ Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ και στην ποίηση, είναι γιατί η ζωγραφική και η ποίησις με παρηγορούν και με διασκεδάζουν. Έτσι και τότε, παρ’ όλη την απογοήτευσή μου, εξακολουθούσα ανελλιπώς να ζωγραφίζω, «να γράφω» ποιήματα.[...]
 

ΣΗΜΕΙΩΤΕΟΝ ΟΤΙ ΣΤΟ ΜΕΤΑΞΥ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΧΕ ΦΤΑΣΕΙ πια ως εδώ. Στρατεύθηκα και με έστειλαν στην πρώτη γραμμή, στη «γραμμή πυρός», όπου με βαστήξανε πεισματάρικα, μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων. Δίχως καμιάν ανάπαυλα, αν εξαιρέσω ένα αρκετά βασανιστικό «ιντερμέδιo» στη «Διλοχία Πειραιώς», απλούν «πειθαρχικόν λόχον». Γιατί κανείς δεν αγνοεί ότι, ιδιαίτερα στην περίοδο της όντως αλησμovήτoυ «4ης Αυγούστου», ο όρος «διανοούμενος» συνεπήγετο και την έννοια του «υπόπτου». Ύστερα απο φονικότατη μάχη, στις 13 Απριλίου 1941, συνελήφθην αιχμάλωτος, κρατήθηκα, με τους συναδέλφους μου, παρανόμως, από τους Γερμανούς, σε στρατόπεδο «εργασίας αιχμαλώτων», δραπέτευσα, αλώνισα, με τα πόδια, πάνω από την μισήν Ελλάδα, και τέλος επέστρεψα εις τα ίδια. Η εχθρότης και τα «rires jaunes» διατηρούνταν ακόμη αναλλοίωτα, και διετηρήθησαν μέχρι την εποχή του «Μπολιβάρ». Το ποίημα άρεσε στην τότε νεολαία και, σιγά-σιγά, η κατάσταση άρχισε να μαλακώνει. Ίσαμε το σημείο να μου απονεμηθεί, το 1958, από το Υπουργείο Παιδείας, το «Α' βραβείο ποιήσεως» για την εκδοθείσα τον προηγούμενο χρόνο συλλογή μου, αλλά και «δια την προτέραν ποιητικήν προσφοράν» μου. Eίvαι η μόνη τιμή που μου έγινε ποτέ από το επίσημο κράτος. Με ξάφνιασε δε διπλά, γιατί πρώτον δεν είχα κάμει καμιάν αίτηση και, ως το συνηθίζω, κανένα διάβημα, γι' αυτό τον σκοπό, αλλά και γιατί τα περισσότερα μέλη της Επιτρoπής δεν ήσαν φίλοι της δουλειάς μου, και πολλά εξακολουθούν να μην είναι και σήμερα.
 

ΕΙΠΑ ΠΙΟ ΠΑΝΩ, ΟΤΙ ΟΙ ΒΙΑΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΟΥ ΕΠΙΘΕΣΕΩΝ δεν με σταματήσανε ποσώς από του να ζωγραφίζω και να «γράφω» ποιήματα. Δεν μπορώ όμως να πω ότι δεν με δυσκόλεψαν, και πολύ μάλιστα, στη ζωή μου. Καθώς δεν είμαι «οικονομικώς ανεξάρτητος» και μη έχοντας ικανότητα καμιά γι’ αυτά που λεν «διπλωματίες», εργάστηκα συνεχώς, σκληρά, ως υπάλληλος, χωρίς να λείψω ούτε στιγμή. Για να εξασφαλίσω και την ελευθερία μου, και τον λίγο καιρό, και τα ακόμη λιγότερα μέσα που μου επέτρεψαν να εργαστώ καλλιτεχνικά. Ένας Θεός ξέρει τι απαιτητική, τι πολυδάπανη είναι η ζωγραφική επιστήμη. Τον Μαικήνα δεν τον συνάντησα ποτέ. Υπήρξα καλός υπάλληλος κι αυτό μου το επιτρέπουν να το πω τα διάφορα πιστοποιητικά «ικανοποιήσεως» των κατά καιρούς, λίγων ευτυχώς, εργοδοτών μου. Εύκολο να φανταστεί κανείς με τι επιεική διάθεση οι διάφοροι εργοδόται είχαν την όρεξη να του εξασφαλίσουν «τα προς το ζην», σε υφιστάμενο που είχε τη φήμη του ποιητού, και μάλιστα του «σκανδαλώδους ποιητού»! Ένας-δυo μου εφέρθηκαν και αφάνταστα σκληρά. Σήμερα, η πείρα μου μου επιτρέπει ναν το πω, με απόλυτη ευθύνη, πως, στον τόπο μας, και μάλιστα στα χρόνια τα δικά μας, η εκτίμησις εκδηλώνεται με αμείλικτη καταδίωξη. Πιστεύω πως, παλαιότερα, τον πνευματικό άνθρωπο, η νεοελληνική κοινωνία τον περιέβαλλε μόνο μ' απόλυτη αδιαφορία, δίχως μίσος. [...]
 

ΑΝ ΕΣΩΘΗΚΑ, ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΡΩΣΤΩ ΣΤΟΥΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ που μου παραστάθηκαν. Και, προ πάντων, σε δύο μεγάλους που μ’ ευεργετήσανε ποικιλοτρόπως, και για τους οποίους πρέπει να πω εδώ τη μεγάλη μου ευγνωμοσύνη. Εννοώ τον μεγάλο ζωγράφο Κωνσταντίνο Παρθένη και τον μεγάλο ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκo.
 

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΘΕΝΗΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΜΕΓΑΛΟΣ ζωγράφος. Ένας από τους πιο μεγάλους της εποχής μας και συνεπώς όλων των εποχών. Ευτύχησα να σπουδάσω κοντά του. Έτσι, όχι μόνο επωφελήθηκα της υπέροχης διδασκαλίας του: ό,τι γνωρίζω στη ζωγραφική το οφείλω, αποκλειστικά, σ' αυτόν. Αλλά, ταυτόχρονα, μου επετράπη να γνωρίσω τον άνδρα και να εμψυχωθώ, για όλη μου τη ζωή, έναν άνθρωπο υψηλόφρονα, ευθύ, άτεγκτο και ανεπηρέαστο στον δρόμο της αρετής, μεγάλης καλλιέργειας, αφάνταστου ψυχικού πλούτου και μεγαλείου, κομψότατο, απέραντα καλό, έναν αληθινό αριστοκράτη του πνεύματος και της ζωής.
 

ΤΑ ΙΔΙΑ ΕΧΩ ΝΑ ΠΩ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟ. Ευτύχησα, επίσης, να γνωρίσω κάπως από κοντά τον μεγάλο ποιητή. Πάντοτε με έθελξαν και με γοήτευσαν και με παρηγόρησαν στη ζωή (να η αποστολή της ποιήσεως!), τα υπέροχα έργα του. Τα ποιήματά του, καθώς και όλα του τα γραπτά, είναι προϊόντα μιας μεγάλης φαντασίας, ενός πάρα πολύ πλουσίου πνευματικού και ψυχικού κόσμου, μιας άψογης όσο και βαθιάς γνώσης του ωραίου και του καλού. Τα έργα του και η ζωή του τοποθετούν τον Ανδρέα Εμπειρίκo, ισάξιο, πλάι σ' έναν Σολωμό, σ' έναν Baudelaire, σ' έναν Lautreamont, σ' έναν Δάντη. Ο άνδρας, ακριβώς όπως ο Παρθένης: υπέροχος. Πρέπει να ειπωθεί το ίδιο και γι' αυτόν όπως και για τον μεγάλο ζωγράφο: ένας αριστοκράτης του πνεύματος και της ζωής.
 

ΤΟΝ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟ ΕΥΓΝΩΜΟΝΩ ΚΑΙ ΓΙ' ΑΛΛΟ ΚΑΤΙ: είναι ο πρώτος που, στο μεγάλο σάλο, σήκωσε θαρραλέα τη φωνή και διαμαρτυρήθηκε για τον άδικο κατατρεγμό μου. Και επέβαλε σιωπή. Γιατί ποτέ δεν έστερξε την ψευτιά και την αδικία. Πάντοτε στάθηκε έτοιμος να υπερασπίσει ό,τι θεωρούσε σωστό και δίκαιο, και να στηλιτεύσει κάθε τι που έβλεπε άδικο, ή απλώς κακό. Απίστευτα ανιδιοτελής, ποτέ ο ίδιος δεν καταδέχτηκε μικροσυμφέροντα και μικροπολιτικές, όπως συνηθίζεται, ευρύτατα, εδώ κι αλλού. Όμοια με τον Παρθένη, δουλεύει μέσ’ στην καθαρή χαρά, κι είναι το έργο τους και μόνο, και των δυονών, που θα τους τοποθετήσει, ασφαλώς και ακόπως, στη θέση που κατέχει δικαιωματικά ο καθείς τους και στον ελληνικό ορίζοντα και στον παγκόσμιο: μια από τις πρώτες...

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Εγγονόπουλου, Μη ομιλείτε εις τον οδηγό-Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής, εκδ. Ίκαρος, 1966. Ο Νίκος Εγγονόπουλος (21 Οκτωβρίου 1907-31 Οκτωβρίου 1985) ήταν Έλληνας καθηγητής του Ε.Μ. Πολυτεχνείου, ζωγράφος, σκηνογράφος και ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους της γενιάς του '30, ενώ αποτέλεσε και έναν από τους κύριους εκφραστές του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα μεταφράσεις, κριτικές μελέτες και δοκίμια. Το έτος 2007 ανακηρύχθηκε από τον καλλιτεχνικό κόσμο της χώρας ως «Έτος Ν. Εγγονόπουλου».

 

εμφάνιση σχολίων