Ο Γιάννης είναι 13, παρακολουθεί το εργαστήριο blogging των μικρών, το εργαστήριο blogging των μεγάλων και το εργαστήριο επαγγελματικού προσανατολισμού των λίγο μικρών και λίγο μεγάλων, ρωτάει πώς είναι δυνατόν να αρέσει σε κάποιον το διάβασμα αλλά δεν μπορεί να κρύψει την περιέργειά του όταν μαθαίνει ότι «η κυρία» (εγώ) «είναι συγγραφέας».
Στο διάλειμμα παίζουν κλέφτες κι αστυνόμους, όλα μαζί, όπως όλα μαζί περνάνε κάθε ώρα και κάθε μέρα τους στο μονοτάξιο σχολείο της Ηρακλειάς, με τη μία δασκάλα για όλο το δημοτικό και τον έναν καθηγητή για όλο το γυμνάσιο.
Μέσα σε κάθε διδακτική ώρα δουλεύουν παράλληλα, παρακολουθούν ο ένας την ύλη του άλλου -και σκέφτομαι με πόση υπομονή, πόση ανεκτικότητα, πόση φυσικότητα έχουν μάθει να συνυπάρχουν με τα άκρα των ηλικιών, τους πολύ μικρούς και τους πολύ μεγάλους, τους τόσο διαφορετικούς από εκείνα κι όμως τόσο ίδιους τελικά.
Ενενήντα κάτοικοι όλο τον χειμώνα, πέντε-έξι επίθετα όλοι. Δεν μπορείς, μέσα σε ενενήντα κατοίκους, να μεγαλώσεις με την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος ανήκει στους νέους και όμορφους. Δεν μπορείς να εξιδανικεύσεις τις σχέσεις που σε περιμένουν εκεί έξω: οι σχέσεις σου είναι κάθε μήνα οι ίδιες, φθείρονται και αναστενάζουν, θυμώνεις και απογοητεύεσαι, εξοργίζεσαι και θες να φύγεις, μισείς τον άλλον που αναπνέει, αλλά οι σχέσεις είναι οι ίδιες, δεν πάνε πουθενά και (προς το παρόν) δεν μπορείς να τους ξεφύγεις. Άρα, δεν έχουν -δεν έχεις- άλλη επιλογή παρά να εξελιχθούν -να τις φροντίσεις- μέσα στη φθορά και τη ρουτίνα.
Το απόγευμα, ρωτάω τους λίγο μικρούς και λίγο μεγάλους αν πιστεύουν ότι μπορεί κανείς σήμερα να κάνει τη δουλειά που αγαπάει και να ζήσει από αυτήν. Εφτά αγόρια κι ένα κορίτσι μού λένε όλοι ναι, όλοι εκτός από εκείνον που βλέπει τους γονείς του άνεργους -εκείνος δεν πιστεύει και σε πολλά.
Τους ρωτάω από ποιον επαγγελματία θα ζητούσαν να απαντήσει στις ερωτήσεις τους σχετικά με τη δουλειά του: θέλουν έναν μηχανικό πλοίων κι έναν αυτοκινήτων, έναν υδραυλικό, έναν τεχνικό ανεμογεννητριών, ένα μουσικό με μπάντα, έναν καθηγητή ιστορίας, έναν εικονολήπτη και ένα δημοσιογράφο. Στο τέλος με ρωτάνε αν θα μπορούσαν να ρωτήσουν μερικά πράγματα και τον Αντώνη Σαμαρά.
Τους παρατηρώ ενώ ρίχνουν ανακατεμένα σε μια κόλλα Α4 τα πράγματα που αγαπάνε πιο πολύ, τα αγόρια είναι εφτά, εκείνη είναι μία, αναρωτιέμαι πώς βιώνουν την εφηβεία τους, την ανάγκη τους να ερωτευτούν, ποιον ή τι ερωτεύονται, τι ονειρεύονται όταν οι ορμόνες τρελαίνονται, αν νιώθουν ποτέ ότι βρίσκονται στην απομόνωση και χτυπάνε μονίμως πάνω σε τοίχο. Εγώ αυτό θα ένιωθα, αλλά εγώ δεν ήξερα ποτέ όσα αυτά τα παιδιά.
Αυτά τα παιδιά ζουν δίπλα στη φωλιά του γύπα, μέσα στον ασταμάτητο βόμβο των εντόμων, στα μονοπάτια με την απέραντη πρασινάδα και τα κοπάδια που ξεφυτρώνουν εδώ κι εκεί. Ζουν κάτω από το κρώξιμο των αρπακτικών, που στη θάλασσα ακούγονται σαν πρόβατα που βελάζουν, αλλά στις κορυφές γίνονται αυτάρεσκα και επιθετικά. Ζουν με τους ρυθμούς των πλοίων, στην έλλειψη και τη χαρά του Σκοπελίτη, που πότε αποσύρεται για να φρεσκαριστεί κι ύστερα επανέρχεται πάλι για να τους συνδέσει καλύτερα με τον κοντινό έξω κόσμο.
Αυτά τα παιδιά με πέρασαν, μέσα σε τρεις μέρες, από έναν κύβο του Ρούμπικ συναισθημάτων και μεταπτώσεων, από την κατάπληξη και την απορία, στην ανασφάλεια του αν αξίζω να είμαι εδώ, στην κούραση της προσπάθειας να τους κερδίσω, στη χαρά γι’ αυτό που καταφέραμε μαζί, στην ευγνωμοσύνη γι’ αυτά που μου έδειξαν, στη λαχτάρα να τους δείξω κι εγώ, ως την ανυπομονησία να δω τα σπουδαία πράγματα που έχουν μπροστά τους να φτιάξουν.
Βρέθηκα στην Ηρακλειά χάρη στα φανταστικά προγράμματα του οργανισμού Άγονη Γραμμή Γόνιμη και αισθάνομαι ήδη τεράστια ευγνωμοσύνη γι' αυτό.
Πηγή:
StellaKasdagli.com