0
1
σχόλια
398
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ
«Ποιήματα δε γράφουμε μόνο για να γίνουμε ποιητές, αλλά για να φωτίσουμε τον μέσα μας κόσμο»
 
DOCTV.GR
20 Δεκεμβρίου 2017
Σήμερα που η ανθρώπινη ζωή δεν κοστίζει, πάλι, μια δεκάρα,
που η φύση υφίσταται τη μεγαλύτερη στην ιστορία της καταστροφή,
που πλήθη ολόκληρα τρέχουν σαν σκυλιά πίσω απ’ τον αφέντη τους,
τον εύκολο πλουτισμό, ενώ άλλα πλήθη, ακόμα μεγαλύτερα,
πεθαίνουν μέσα στην ανέχεια,
είναι παρήγορο να βλέπεις στα γραπτά νέων παιδιών,
προβληματισμό για τα μέλλον αυτού του κόσμου. […]

Ωστόσο, ποιήματα δε γράφουμε μόνο για να γίνουμε ποιητές,
αλλά για να φωτίσουμε τον μέσα μας κόσμο και,
κατά συνέπεια, τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Όσο υπάρχουν άνθρωποι που συγκινούνται,
αγαπούν και συμπάσχουν, υπάρχει ελπίδα.

Χέρια
Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν -τάχα χαιρετώντας- σ’ άλλους
Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή το χειρότερο τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα.

Επιμύθιο Ι: Καλύτερα ν’ αποχτήσεις κάτι κι ας το χάσεις, παρά να μην αποχτήσεις ποτέ τίποτε.
Επιμύθιο ΙΙ: Πατάτε με σεβασμό την άσφαλτο. Από κάτω της υπάρχουν πέτρες που ονειρεύονται κήπους.

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί -ξεχασμένοι έστω-
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.
Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν
να ξεραίνονται και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.

Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ' όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή
κι αποτεφρώνονται.


Ο Αργύρης Χιόνης (22 Απριλίου 1943-25 Δεκεμβρίου 2011) γεννήθηκε στην Αθήνα. Έζησε είκοσι χρόνια σε πόλεις της βόρειας Ευρώπης (Άμστερνταμ, Βρυξέλλες), δουλεύοντας την περίοδο 1982-1992 ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι που τα εγκατέλειψε όλα για χάρη της ποίησης και της γεωργίας και εγκαταστάθηκε στο Θροφαρί Κορινθίας. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1966, με την ποιητική συλλογή Απόπειρες φωτός (εκδ. Δωδεκάτη Ώρα). Μετά το 1981 ασχολήθηκε παράλληλα, με την πεζογραφία, με αφηγήματα για μεγάλους, παιδιά και νέους. Έφυγε από τη ζωή απροσδόκητα, από καρδιακή προσβολή.

 
εμφάνιση σχολίων