0
1
σχόλια
1018
λέξεις
Α' ΠΡΟΣΩΠΟ

Το Βυτίο αναπολεί τα ιδιαίτερα καλοκαίρια της ζωής του 

DOC TV
19 Ιουνίου 2014
ΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, φέτος, βρέθηκα στην περίπου υπό κατάληψη ΕΡΤ. Στις 11:00 ακριβώς ανέβηκε στη σκηνή του προαυλίου ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Αφήνοντας κατά μέρος τη συνήθη κριτική, έκανα μια σύντομη βόλτα με τη βοήθεια του Βασίλη.

ΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, κάπου αρχές του 1990, δέκα περίπου παιδιά χοροπηδούσαμε, χτυπιόμαστε, ιδρώναμε σε ένα ισόγειο της οδού Ευφράτη στο Βύρωνα. Κλείναμε την ενδιάμεση τζαμένια πόρτα για να μην ενοχλούμε τους γονείς που υποτίθεται κοιμόντουσαν, και βάζαμε στο τέρμα την α’ πλευρά της κασέτας. Metallica, Nirvana και, ναι, Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Τι κι αν το μωσαϊκό έβραζε, τι κι αν το μόνο που κυκλοφορούσε στο αίμα μας ήταν σουβλάκια και κόκα κόλα. Εμείς θα ξανακούγαμε το Όλα Από Χέρι Καμένα και το Enter Sandman και θα νομίζαμε πως δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο να γίνει αυτή τη μέρα, τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, μέσα στο αποπνιχτικό καλοκαίρι.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΕΑ ΑΥΤΗ, ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΔΥΟ ΑΤΟΜΑ ΧΑΝΟΥΝ ΤΑ ΝΙΑΤΑ και τα δόντια τους κάπου στην Ομόνοια. Έναν άλλον τον πέτυχα χρόνια μετά, Ιούνιο, κατακαλόκαιρο, κολλημένος πίσω από ένα σκουπιδιάρικο, στις 6:00 το πρωί Κυριακής, στην οδό Φρύνης. Τότε ξενυχτούσαμε στο Ντισκοκαφενείο η Ψύρρα. Ακόμη μπορούσες να βγεις στου Ψυρρή ή έτσι υποστηρίζαμε εμείς που μας άρεσε να βγαίνουμε σχετικά ανάποδα απ’ ό,τι επέβαλλε η κάθε εποχή.

ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ΠΩΣ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΑΜΕ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΠΟΖΑ, απλά από άλλο πόστο. Τα ίδια σκατά ήμαστε, απλά τότε δεν παραδεχόμαστε τίποτα. Δεν παραδεχόμαστε ότι τον Ιούλιο, κολλημένοι στη οδό Φρύνης ξημερώματα, ο άνθρωπος πάνω στο σκουπιδιάρικο ήταν εκείνος ο φίλος που χόρευε πάνω στο μωσαϊκό και πιθανότατα δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να συμμετέχει στη συλλογική πόζα της Σκουφά, της Κολοκοτρώνη ή του Θησείου. Μερικές φορές υπάρχει μόνο ένας δρόμος, ακόμη κι αν είναι Ιούλιος.

ΕΝΑ ΜΗΝΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, Ιούλιο, μέσα του 2000, δίπλα στο χαοτικό camping των Κουφονησίων, οι εναλλακτικοί κατασκηνωτές έπαιρναν τον ύπνο τους ή το τελευταίο τσιγαριλίκι. Μερικά μέτρα πιο κει, στο μοναδικό κοντινό καφέ γινόταν γάμος. Κάποιοι γλεντούσαν με βιολιά και κερνούσαν αφρισμένες μπύρες ακόμη κι εμάς τους ξένους, τους αγαπητικούς του ούζου. Χοροί και βιολιά. Ήταν απ’ τα πιο γλυκά μεθύσια, υπάρχει μια φωτογραφία που ένας φίλος προσπαθεί να φορέσει μια μπλούζα στο κλαδί ενός δέντρου.

ΛΙΓΟ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΗΡΘΕ ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ ΕΝΟΧΛΗΜΕΝΩΝ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΩΝ, για να κάνει παρατήρηση: «κάνετε φασαρία, θέλουμε να κοιμηθούμε». Ο ανέραστος αποκάλεσε φασαρία το βιολί του γλεντιού και ύστερα γύρισε την πλάτη, ανυποψίαστος ή και αδιάφορος για την ύβρη του. Λίγο μετά, άκουσα για πρώτη φορά το Όταν Χαράζει Στο Αιγαίο. Καμιά φορά, άμα βγαίνω ξημερώματα στο κατάστρωμα, νομίζω πάλι πως το ακούω.

ΔΥΟ ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, Αύγουστο, μέσα του 2000, περπατούσα με στρατιωτική στολή σε ακριτικό νησί. Μας έστελναν στο λιμενικό για να πάρουμε το επίσημο χαρτί με τα νούμερα. Τα νούμερα με τους μετανάστες, που χθες βράδυ πιάστηκαν απ’ τους λιμενικούς πάνω σε φουσκωτά ή απλά να κολυμπάνε στ’ ανοιχτά. Στην πλατεία, οι γυμνές πλάτες αντανακλούσαν το φως και έκαναν τη ζωή διάφανη. Μπήκα στο γραφείο χαμογελώντας. Ο υπεύθυνος μου είπε ότι δεν είχαν έτοιμο το χαρτί, «να τους μετρήσεις μόνος σου». Άνοιξα την πόρτα του κελιού, του δωματίου ή ό,τι σκατά μπορείς να το αποκαλέσεις. Δύο στρώματα πεταμένα κάλυπταν όλη την επιφάνεια. Πάνω τους όρθιοι μια εικοσαριά άνθρωποι. Άνοιξα την πόρτα και γύρισαν όλα τα κεφάλια να κοιτάξουν. Κουβέντα δεν ακούστηκε, μέτρησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΑΠΙΘΑΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, ΗΠΙΑ ΤΟΣΟ ΠΡΩΙ, ΤΕΚΙΛΕΣ. Κίτρινη τεκίλα, απ’ αυτή που δεν αντέχω, απ’ αυτή που μου ανακατεύει το στομάχι. Η ζωή ήταν διάφανη, η Τσέχα που σέρβιρε η πιο επιθυμητή γυναίκα του κόσμου και όλα συνεχίζονταν αργά και με διάσπαρτα ίχνη γλυκύτητας. Οι άλλοι, μετρημένοι πια, παρέμεναν στο ιδιότυπο κελί τους, αποκλεισμένοι απ’ την πλατεία και τον Αύγουστο. Άξιζε να δραπετεύσουν παίρνοντας σβάρνα όποιον έβλεπαν μπροστά τους, ακόμη και μένα, μόνο και μόνο για να αντικρίσουν για λίγο εκείνη την Τσέχα. Ποιος ξέρει αν τους απέλασαν ή αν τελικά δραπέτευσαν. Αν δραπέτευσαν προς το εφιαλτικό αθηναϊκό καλοκαίρι του 2013.

ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ, ΕΝΑΜΙΣΗ ΜΗΝΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, τέλη Ιουλίου στη χειρότερη παραλία της Πάτμου, τρώγαμε την πιο ωραία κολοκυθόπιτα όλων των εποχών. Είχα ξεχάσει ότι κάποτε μέτρησα κεφάλια σε ένα μικρό δωμάτιο, είχα ξεχάσει την οδό Φρύνης ξημερώματα. Τα είχα ξεχάσει όλα και σκεφτόμουν μόνο ότι το καλοκαίρι είναι αναπόφευκτα μια σύντομη ματιά στην ουτοπία, μια αιώνια αναχώρηση χωρίς χαρτιά και διαβατήριο, η βασιλεία των ουρανών εδώ και τώρα, ένα μικρομέγαλο δείγμα του εαυτού που δε φοβάται πια να είναι ό,τι θέλει να είναι.

ΗΤΑΝ ΓΛΥΚΟ ΤΟ ΚΟΛΟΚΥΘΙ, παρασύρθηκα και δεν πρόσεξα ότι το καλοκαίρι ως κατασκευή περιοδικών και ταξιδιωτικών γραφείων, ήταν καταδικασμένο να παραμένει ένα απλό συνώνυμο των διακοπών. Ένα διάλειμμα που δεν είναι προορισμένο να μας ξεπλύνει απ’ την αρρώστια, αλλά η απαραίτητη παύση που θα μας επιτρέψει να πέσουμε βαθύτερα μέσα της.

ΙΣΩΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟ Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΟΠΟ που είχε την τύχη να ζει για τουλάχιστον τρεις μήνες το χρόνο μια αληθινά επικίνδυνη εποχή, έχουμε τέτοια πρεμούρα να κουβαλήσουμε την Παραλιακή στην παραλία. Ίσως γι’ αυτό κάνουμε ό,τι είναι δυνατό ώστε να απονοηματοδοτηθεί το καλοκαίρι, αναπαράγοντας χωρίς τέλος τα ρεζερβέ του χειμώνα.

ΓΙΑΤΙ ΑΚΟΜΗ ΚΙ ΕΤΣΙ, ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΕΠΟΧΗ. Κάθε στιγμή, μπορεί να σε βρει εκείνη η παλιά γκόμενα, αιωνίως ξυπόλητη και με κόκκινη μύτη. Μπορεί να σου πει «σύνελθε, έλα να πηδηχτούμε και πες ένα τραγούδι να χορέψουμε, απ’ αυτά που δεν κινδυνεύουν ποτέ να γίνουν χαλί σε διαφήμιση». Εσύ δε θα ξέρεις τι να πεις. Μπορεί να έρθει και να πει «λιώσε πάνω μου σαν μεσημέρι Ιουλίου ή έστω έλα να φύγουμε μαζί το καλοκαίρι». Εσύ δε θα ξέρεις τι να απαντήσεις. Το πολύ να πεις, πως είναι πολλές ώρες το καράβι, μήπως να παίρναμε αεροπλάνο. Και κάπως έτσι, μπορείς να κοιμηθείς ήσυχος, ούτε και φέτος θα πετύχεις το καλοκαίρι. Ούτε και φέτος δε θα σου πει εκείνη, συγκεκριμένα εκείνη, ξέρεις ποια λέω, «έλα να πηδηχτούμε».

*ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΒΡΟΧΕΡΟ ΑΝΤΙ-ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΚΑΙΡΟ, θυμήθηκα να ανεβάσω το κειμενάκι που είχε την τύχη να βρεθεί ανάμεσα σε άλλα πολύ σπουδαία κείμενα στο Μπαχάρ*5 με θέμα καλοκαίρι (το οποίο παρεμπιπτόντως βρίσκεται ελεύθερο για κατέβασμα εδώ).

Το Βυτίο
 
εμφάνιση σχολίων