0
1
σχόλια
1162
λέξεις

«Αυτοί οι σκατόγεροι πίστευαν σε όλη τους τη ζωή ότι είναι ηθικό να βγάζουν αυτοί λεφτά και κάποιοι άλλοι όχι». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

VICTORY RED
27 Σεπτεμβρίου 2013
Ήταν τόσο θυμωμένη με όλους αυτούς, που δε μπορούσε να τους βγάλει απ’ το μυαλό της. Καθόταν μπροστά στον καθρέφτη και απαντούσε με θράσος στις φανταστικές τους προσβολές. Πόσο καιρό τράβαγε αυτό, δε θυμόταν πια. Πάντως το βέβαιο ήταν ότι η απαράδεκτη συμπεριφορά τους ξεπερνούσε κάθε φορά τη φαντασία της. Το φοβερό ήταν ότι δε μπορούσε να τους αποφύγει, διάολε. Την καταδίωκαν τώρα 7 ολόκληρα χρόνια! Ευγενικές δικαιολογίες, καλές προθέσεις και άλλες τέτοιες αβροφροσύνες δεν είχαν κανένα νόημα. Οι άνθρωποι ήθελαν να τους αγαπάς όπως ακριβώς θέλουν μέσα σε ένα σκηνικό ψυχολογικού εκβιασμού και ένα παιχνίδι που οι κανόνες άλλαζαν.

Δεν τους ενημερωνόταν σχετικά, αντίθετα όταν έκανε κάτι λάθος, καταλάβαινε ότι έπρεπε να συνεχίσει να παίζει με τους όρους τους για να την αφήσουν ήσυχη. Παρ’ όλα αυτά την αγαπούσαν πολύ -κατά τα λεγόμενά τους- και όταν έβλεπαν ότι  δεν τους έπαιρνε άλλο, ζητούσαν μια συγνώμη -έτσι για να βρίσκεται- χωρίς να έχουν αντιληφθεί το λόγο, επικαλούμενοι καλές προθέσεις. Και πάμε πάλι απ’ την αρχή. Καταλάβατε τίποτα; Ούτε εκείνη καταλάβαινε πώς είχε μπλέξει σε αυτή την αβάσταχτη κατάσταση.

Ήταν απ’ τις μέρες που το μυαλό της δε μπορούσε να ξεφύγει με τίποτα. Ήταν κι αυτό το όνειρο που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Γι’ αυτό, το απόγευμα πια, αποφάσισε να κατέβει μια βόλτα στο κέντρο. Δεν είδε ούτε τα σινεμά, ούτε τις πορείες, ούτε τις εκθέσεις -θα κατέβαινε να περπατήσει, να παρατηρεί τους άγνωστους ανθρώπους στο λεωφορείο και να φτιάχνει ιστορίες γι' αυτούς. Πού να ήξερε όταν ξεκίνησε να κάνει μια καλή πράξη για τον εαυτό της, να νιώσει λίγο καλύτερα, βρε αδερφέ, ότι κι αυτό ακόμη θα τους πείραζε! Μάλλον δεν ήθελαν να περνάει καλά. Στην πραγματικότητα τη ζήλευαν που μπορούσε να τους αγνοεί, όμως αυτό δεν το είχε συνειδητοποιήσει ακόμη.

Στη στάση του λεωφορείου βοήθησε μια νέα μαμά να ανεβάσει το καρότσι του μωρού της στο λεωφορείο. Είχε στο χέρι της το ακριβές αντίτιμο για το εισιτήριο, πάτησε το κατάλληλο κουμπί, έσπρωξε τα νομίσματα ένα-ένα στη σχισμή και πήρε το κωλοεισιτήριο από τη βρόμικη υποδοχή. Ένας νεοφιλελέ γέρος που καθόταν στη θέση δίπλα στο μηχάνημα, της λέει με νόημα:
- Γιατί δε χτυπήσατε το εισιτήριό σας, δεσποινίς;
- Γιατί δε χρειάζεται. Τα εισιτήρια απ’ το μηχάνημα…
- Όχι δε χρειάζεται… Ξέρω τι κάνετε εσείς οι νεαροί… Δε χτυπάτε το εισιτήριο και το δίνετε μετά όταν κατεβαίνετε σε κάποιον άλλο που ανεβαίνει και ούτω καθ’ εξής!
- Τα εισιτήρια απ’ το μηχάνημα δε χρειάζεται να τα χτυπάμε. Να, το γράφει κι εδώ: «………..» διαβάζει ακριβώς την ανακοίνωση που είναι κολλημένη στο παράθυρο του λεωφορείου. Η υγρασία του τζαμιού την έχει κατσαρώσει, αλλά φαίνεται ευκρινώς η οδηγία για τα εισιτήρια από το μηχάνημα.
- Κοίτα να δεις που όλα τα ξέρουνε ακόμα δε βγήκαν απ’ τ’ αβγό! Μη μου το παίζεις εμένα έξυπνη.
Κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση που έχει μια άδεια θέση για να κάτσει.
- Γι’ αυτό πάμε κατά διαόλου... κοίτα συμπεριφορά... εγώ θέλω να μπει μέσα ελεγκτής, να δούμε τότε!

Ήθελε να του φωνάξει «κι εγώ θέλω να ‘ρθει ο μπόγιας, να δούμε τότε!», αλλά δεν το έκανε. Ήταν άλλος ένας νεοφιλελέ γέρος από τους πολλούς που είχαν αφηνιάσει τον τελευταίο καιρό. Τους έκοβαν τις συντάξεις, τους έβαζαν χαράτσια, τους άφηναν τα παιδιά άνεργα ή στην καλύτερη περίπτωση, τους τα έστελναν στο εξωτερικό για δουλειά.

Ποιοι τους τα έκαναν όλα αυτά; Εδώ είναι το μεγάλο κόλπο! Αυτοί που πριν τους είχαν για θεούς, που τους κούναγαν σημαίες και φίλαγαν κατουρημένες ποδιές για να τους μαζέψουν ψήφους και να συνεχίσουν το αναπτυξιακό τους έργο. Αυτοί που τους είχαν πείσει ότι αν τους ακολουθούσαν, τα παιδιά τους θα έκαναν λεφτά και έζησαν αυτοί καλά και όλοι οι υπόλοιποι χειρότερα. Αυτοί οι σκατόγεροι πίστευαν σε όλη τους τη ζωή ότι είναι ηθικό να βγάζουν αυτοί λεφτά και κάποιοι άλλοι όχι. Αφού οι άλλοι είχαν γεννηθεί φτωχοί, διάολε, τι να κάνουμε τώρα; Δε μπορώ εγώ να φτιάξω όλο τον κόσμο…

Αφού δεν προσπάθησες καν, σκατόψυχε, παραδόπιστε γέρο, όταν μπορούσες, τώρα ψόφα και άσε με έμενα να με πιάσει ο ελεγκτής, σκέφτηκε. Να με πιάσει ο ελεγκτής και εσύ να χαρείς για τη συμφορά μου. Να χαρείς όπως έκανες πάντα με το κακό που πάθαινε οποιοσδήποτε γύρω σου όσο ζούσες και δε σου καιγόταν καρφάκι, γιατί λέει το άξιζε. Το άξιζε για να νιώθεις εσύ καλά με τον εαυτό σου και να συνεχίζεις να ζεις χωρίς τύψεις. Να ζεις και να απολαμβάνεις -όχι, τίποτα δεν έχεις απολαύσει στη ζωή σου, δεν είσαι ικανός- όλα αυτά που σου έδιναν οι «σωτήρες» σου, για να σ' τα πάρουν πίσω όποτε γουστάρουν και να μη μπορείς να τα διεκδικήσεις, αφού τους έβαλες στο τιμόνι της μοίρας σου.

Σκάσε τώρα που το έχεις ψυλλιαστεί πως ήσουν το φερέφωνο της δυστυχίας σου. Αλλά πού να το παραδεχτείς. Αν δεις εντός σου, θα τρομάξεις από τη σαπίλα, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης δε σου επιτρέπει να το κάνεις. Δε σε λυπάμαι. Είσαι εχθρός μου και θα σε πολεμήσω κι εσένα και όλους τους προηγούμενους και τους επόμενους που νομίζετε ότι ξέρετε τι είναι καλύτερο για μένα και μου το επιβάλλετε. Στην πραγματικότητα, για τον εαυτό σου δουλεύεις. Καλά κάνεις. Άσε κι έμενα να κάνω το ίδιο για μένα. Αλλά βέβαια αν με αφήσεις να κάνω ό,τι είναι καλύτερο για μένα, δε θα είναι καλό για σένα. Είναι προφανές πως έχουμε αντικρουόμενα συμφέροντα. Ας νικήσει λοιπόν ο καλύτερος.

Όσο τα σκεφτόταν όλα αυτά, έφτασε η ώρα να σηκωθεί για να κατέβει στην επόμενη στάση. Στάθηκε στην πόρτα μπροστά απ’ το μηχάνημα και από τον σκατόγερο και πάτησε το κουμπί. Πόσο ήθελε να του χτυπήσει το κεφάλι στο μηχάνημα. Εν τω μεταξύ στην ακριβώς προηγούμενη στάση είχε μπει στο λεωφορείο ένας ελεγκτής! Δεν τον είχε αντιληφθεί, μέχρι που στάθηκε δίπλα της και της είπε: «Το εισιτήριό σας, δεσποινίς». «Κυρία, ρε αμόρφωτε, όλες είμαστε κυρίες πλέον, δεν τα ‘μαθες τα νέα;». Τέλος πάντων, του το δίνει, το κοιτάει και της το επιστρέφει.

Εεε, ποιος είδε τον γέρο και δεν τον φοβήθηκε. Σηκώνεται πάνω το ραμολιμέντο και αρχίζει:
- Καλά, δε θα την πιάσετε, κύριε ελεγκτά; Δεν το έχει χτυπήσει το εισιτήριο!
- Δε χρειάζεται, κύριε. Αφήστε με να κάνω τη δουλειά μου
- Γι’ αυτό πάμε κατά διαόλου, ούτε να ελέγξουν ένα εισιτήριο δε μπορούνε και τους πληρώνουμε..
- Ησυχάστε, κύριε. Δώστε μου το εισιτήριό σας.

Και έδω αρχίζει το σόου. Του δίνει άλλο εισιτήριο, ένα παλιό. «Μισό λεπτό να βρω το σωστό, να εδώ το είχα, δεν είναι δυνατό». Ελέγχει εν τω μεταξύ των γύρω επιβατών. Πουθενά το εισιτήριο και ο γέρος να έχει πάθει πολλαπλά εγκεφαλικά.
- Αυτή μου το πήρε, επειδή της έκανα παρατήρηση που δε χτύπησε το δικό της. Πιάστε την πριν κατέβει, κύριε ελεγκτά!
- Το βρήκατε, κύριε; Πρέπει να σας κόψω πρόστιμο. Λυπάμαι.
Εκείνη δε λυπόταν καθόλου. Κατέβηκε από το λεωφορείο, ενώ πίσω της ο γέρος την έβλεπε να περπατάει ελεύθερη στο πεζοδρόμιο καθώς το όχημα απομακρυνόταν.


Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο έχει γραφτεί μήνες πριν το περιστατικό με τον ελεγκτή και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα (;).

Σημείωμα
 
TAGS:
εμφάνιση σχολίων