0
1
σχόλια
674
λέξεις

«Σταμάτα να θες να φύγεις και φτιάξε μια ζωή εδώ που δε θα θέλεις να δραπετεύσεις». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΜΥΡΙΑ ΖΑΒΡΟΥ
1 Αυγούστου 2013
Είναι μια ζεστή μέρα, έξω έχει ήλιο, τα πουλιά τραγουδούν, ακούγονται οι φωνές παιδιών, τα φύλλα των δέντρων χτυπούν το ένα στο άλλο δίνοντας έναν υπέροχο ήχο σε μια μέρα που δε θα τη χαρακτήριζε κανείς μίζερη και μελαγχολική.

Όσο για μένα, κάπνισα ήδη 4 τσιγάρα και έμεινα να βλέπω έξω από το παράθυρο, προσπαθώ να δικαιολογήσω την ψυχοσύνθεσή μου, θα ήθελα να βρέχει, να μην ακούω τίποτα περισσότερο από τον ήχο της βροχής που πέφτει στο χώμα. Θα ήθελα να δικαιολογήσω που νιώθω τη ζωή να γλιστρά από τα χέρια μου, παίρνοντας μακριά ό,τι ονειρεύτηκα, ό,τι αγάπησα κάποτε. Δε νιώθω πόνο, μονάχα ένα κενό, τη μόνιμη αίσθηση του ανεκπλήρωτου να περνά από τις φλέβες μου, να περνά από το στομάχι μου, να φτάνει στην καρδιά μου και να καταλήγει δάκρυα στα μάτια μου. Και είναι και η αναπνοή, μόνο που πια σταμάτησα να αναπνέω ζωή, αναπνέω μόνο πόνο, αναπνοή σού δίνουν τα πράγματα που αγαπάς. Είναι μια όμορφη μέρα για να μην έχεις κάποιον να αγαπάς, για να μην έχεις κάποιον να σε αγαπά. Είναι μια υπέροχη μέρα για να φωτίσεις τα μάτια σου με ένα χαμόγελο αυτού που αγαπάς, είναι μια μέρα που θες να καθρεφτίσεις την ευτυχία με μια αγκαλιά και ένα χάδι. με ένα «Σ’ αγαπώ».

Ανάβω το 5ο τσιγάρο και σκέφτομαι τη ζωή μου, πόσα άφησα να φύγουν επειδή δεν είχα τη δύναμη να παλέψω, επειδή δεν είχα τη δύναμη να διεκδικήσω. Και έμεινα να αγαπώ μια φιγούρα ξεχασμένης εποχής, έμεινα να αγαπώ κάτι λιγότερο από το τίποτα, και έλεγα για χρόνια στον εαυτό μου ότι ήταν κάτι. Ναι, στον εαυτό μου, γιατί σταμάτησα να μιλώ για μένα σε άλλους, όχι πως φοβόμουν μην τους κουράσω, μόνο, να, που δεν είχα κάτι να τους πω. Έτσι επέλεξα να παίζω ρόλους, άλλοτε γινόμουν ο παλιάτσος, άλλοτε γινόμουν ο ώμος για να κλάψουν, και περάσανε τα χρόνια και έμαθα πολύ καλά να ακούω, μόνο που δεν έμαθα να μιλώ.

Ποτέ κανένας δε διάβασε τα μάτια μου, κανείς δεν άκουγε το μόνιμο κλάμα της ψυχής μου, μεγάλωσα, κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και βούρκωσα, γιατί δε μπορούσα πια να κάνω τον παλιάτσο. Πότιζα την ψύχη τους με παρηγοριά και μου έδιναν πόνο, τα είχα με όλους, επειδή ενώ αυτοί έπιναν τις σταγόνες ζωής μου, εγώ μαραινόμουν όλο και περισσότερο. Έχω και αυτές τις μόνιμες τάσεις φυγής, κάποτε μια φίλη μού είπε «σταμάτα να θες να φύγεις και φτιάξε μια ζωή εδώ που δε θα θέλεις να δραπετεύσεις». Με προβλημάτιζε για μέρες και προσπάθησα να φτιάξω μια ζωή εδώ, μια ζωή από αυτές που δε θέλεις να δραπετεύσεις, έπεισα τον εαυτό μου ότι αυτό ήταν το σωστό. Βολεύτηκα, ναι, βολεύτηκα στη θαλπωρή ενός σπιτιού, που δεν είναι όπως το φανταζόμουν, σε ένα μέτριο μισθό, σε μέτρια όνειρα, σε όλα αυτά που σου αφήνουν το αίσθημα του ανεκπλήρωτου βαθιά μέσα σου.

Αλλά ξέχασα να της θυμίσω ότι από μικρή ονειρευόμουνα να μπαίνω σε πλοία, σε τρένα, να αλλάζω αεροπλάνα, να αναπνέω οξυγόνα από πολιτείες μακρισμένες. Να μαθαίνω ιστορίες από πόλεις και νησιά ξεχασμένα, να βρω τρόπο να εκφράζω τη σιωπή μου δημιουργικά, έχω κολλήσει σε ένα μέρος που μισώ, που όσα θυμάμαι ακόμα με πονάνε, που τα δάκρυα είναι μόνιμα κολλημένα στα μάτια μου. Όχι, δεν έχω τάσεις φυγής, μόνο όταν φτάσεις τόσο κοντά στο θάνατο -όχι τα σωματικό, τον ψυχικό- καταλαβαίνεις ότι θέλεις να ζήσεις. Γιατί στο τέλος αυτό έχει σημασία, να ζήσεις, να κάνεις λάθη που θα φέρουν την υπογραφή σου στο τέλος, να νιώσεις περήφανος, και ας τα λένε λάθη. Αυτό είναι το κυριότερο πρόβλημα στις μέρες μας, βαφτίζουμε συνώνυμες τις λέξεις, τους δίνουμε το ίδιο νόημα, ξεχνάμε πως νιώθουμε όμως για αυτές.

Γιατί εν τέλει αυτό που έχει σημασία είναι να δίνεις εσύ το ρυθμό της ζωής σου, αν πλήττεις, αν φοβάσαι, αν δε σου αρέσει, άνοιξε την πόρτα και φύγε. Ναι, φύγε από ανθρώπους, από σχέσεις και από μέτρια συναισθήματα. Μέχρι να βρεις το ρυθμό που θα κάνει την καρδιά σου να χορέψει.
 
TAGS:
εμφάνιση σχολίων