0
1
σχόλια
1008
λέξεις

«Δύο βήματα πριν μπω στο αυτοκίνητο και μετρώντας τις πλάκες του πεζοδρομίου σαν μικρό παιδί, συναντώ το άρωμά σου». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΣΤΕΛΛΑ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΥ
25 Ιουλίου 2013
Άναψα το τσιγάρο και γύρισα το πρόσωπό μου προς τη μεριά σου. Το χαμηλό φως από το κερί έφτυνε τις τελευταίες του ανάσες πάνω στο σεντόνι και νόμισα πως είδα το σχήμα του κορμιού σου ξαπλωμένο εκεί. Ένιωσα σαν να σε βρήκα ξανά. Για μια στιγμή.  Ανάμεσα στα κομμάτια μιας περασμένης σκέψης και μιας ανολοκλήρωτης αίσθησης. Ρούφηξα μια μεγάλη τζούρα απ’ το στριφτό μου και η στάχτη του κοκκίνησε, λες από ντροπή που σε θυμόμουν ακόμα.

Δυο μήνες είχαν περάσει. Τον πρώτο καιρό δε μπορούσα να κοιμηθώ, παρά μονάχα νωρίς το ξημέρωμα. Δεν άντεχα τη μυρωδιά σου που ορμούσε με βία στα ρουθούνια μου, καταλύοντας την οποιαδήποτε αντίσταση. Μια βδομάδα κράτησε αυτό. Σεντόνια, όμως, δεν άλλαζα. Ήθελα η αδυναμία μου να μου θυμίζει πόσο τρωτή ήμουν.

Ανολοκλήρωτος πίνακας έμοιαζα, ημηιτελές έργο άσημου ζωγράφου, που η ομορφιά του βρίσκεται στην τελευταία πινελιά. Κι αυτό περίμενα. Την τελευταία πινελιά σου. Ίσως και να την έβαλες εκείνο το βράδυ, όταν το χάδι της το πέρασα για αρχή. Τότε που η ανάσα σου σκορπούσε όλες τις προηγούμενες και με έκανε να αναμετρηθώ με την αθανασία.

Καθόμουν στο μεγάλο πράσινο επιχρυσωμένο καναπέ του Laduree και πίσς μου απολώνονταν τα Ηλύσια Πεδία. Έτρωγα τα ωραιότερα κρουασάν της ζωής μου και χτύπαγα τα ασημένια κουταλάκια στο φλιτζάνι του μισοχυμένου καφέ μου, όταν ένιωσα εκείνη την κυρία στο μεγάλο πίνακα να με κοιτά ενοχλημένη. Της έβγαλα τη γλώσσα μαζί με μικρά, μικρά κομματάκια από τη λιωμένη σοκολάτα που δεν είχα προλάβει να καταπιώ, και τότε έγινε ο χαμός. Ο ηλικιωμένος γάλλος που καταβρόχθιζε μέχρι εκείνη τη στιγμή ό,τι υπήρχε στο τραπέζι του, σηκώθηκε να μου ζητήσει το λόγο. «Μα δεν το έκανα σε εσάς». Μάταιος κόπος. “Ι don’t speak French’’. Τίποτα.

Και τότε άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή σου και μετά γύρισα και αντίκρισα το βλέμμα σου. Μέσα σε ένα λεπτό τα είχες όλα τακτοποιήσει, το ευτραφές γαλλάκι συνέχιζε το γεύμα του σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό, ο αέρας του Παρισιού έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο και μύριζε άνοιξη και η φιγούρα στον πίνακα χόρευε μόνο για μένα.

Τότε ήταν που είδα την Πόλη του Φωτός έτσι όπως έπρεπε. Θυμάσαι; Σε εκείνο το παγκάκι, έξω από το LaDuree, όταν μου έδωσες το χέρι σου, αφού κατεβήκαμε. Συστήθηκες, και μαζί σου συστήθηκε και το Παρίσι. Για δεύτερη φορά. Έχω ακόμα τη γεύση από τα σαλιγκάρια στο στόμα μου και τους ήχους από το πιάνο στο La Bucherie, το βράδυ που είχα γίνει τύφλα κι έβλεπα απέναντι τον Κουασιμόδο να χτυπά τις καμπάνες της Notre Dame. Κι εσύ γελούσες, κι αυτό είναι το μόνο πράγμα που θυμάμαι πιο έντονα απ’ όλα…

“Cherie” με φώναζες, όπως άρεσε στον αγαπημένο σου Καζαντζάκη να προσφωνεί τις ενδιαφέρουσες κυρίες, αιτιολογούσες. Διασχίζαμε τη γέφυρα του Αλεξάνδρου του Γ’, εγώ μιλούσα ελάχιστα βγάζοντας προσεκτικά τις λέξεις από μέσα μου κι εσύ με χαρακτήρισες θηλυκό ιψενικό Peer Gunt, γεμάτο στρώσεις, τις οποίες ανοίγει προσεκτικά και βαθμιαία, και με προέτρεψες να σου μιλώ περισσότερο σαν Νόρα. Ελεύθερα, έντονα, άφοβα. Ήταν τόσο παράξενη εκείνη η νύχτα, γιατί το έκανα. Μπροστά σε έναν άνθρωπο που ήξερα μόνο λίγες ώρες…

Τέσσερις μέρες περάσαμε έτσι. Μιλώντας για τους αθανάτους, κλέβοντας λίγη από τη δόξα τους, εισπνέοντας κάτι απ’ την πνοή τους. Διάβαζες στίχους από τους καταραμένους ποιητές, τους άφηνες στη μέση και συμπλήρωνες δικούς σου, αναλύαμε το έργο του Rodin με τα δύο ενωμένα χέρια, την Πολωνέζα του Chopin, το λατρεμένο Soleil levant-une impression του Μονέ. Μας έβρισκε η αυγή να συζητάμε για τον Ρέμπραντ και τη μεταφυσική του ισχύ, για τον Γκρέκο και την ουράνια αύρα, τον Καραβάτζιο για την κινητικότητα στις μορφές, τον Καντίνσκι για τους χρωματικούς συνδυασμούς και βέβαια τον Πικάσο που μου έλεγες όλο παράπονο πως δεν τον καταλαβαίνεις. Και μετά πάντα κλείναμε εκείνες τις ατελείωτες συζητήσεις, που περισσότερο με στοχασμούς έμοιαζαν, με την αγαπημένη σου Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Τότε ήταν που η υγρασία των ματιών σου έδινε λόγο ύπαρξης στα όνειρά σου κι εκείνα ψέλλιζαν με τη βοήθεια των χειλιών σου: «Δεν πιστεύω όπως πιστεύουν, δε ζω όπως ζουν, δεν αγαπώ όπως αγαπούν», για να παραδοθούν στο τέλος στο παράπονο  «… θα πεθάνω όπως πεθαίνουν». Και η υγρασία γινόταν πλημμύρα και η ορμή της έπνιγε κάθε συμβατότητα ατέρμονος ζωής.

Εκείνες οι στιγμές ενώθηκαν πολύ αργότερα σε ένα μωσαϊκό ανθρώπων, ιδεών και αισθημάτων και μου κατέδειξαν την αλλοτινή διττή σημασία της ομορφιάς. Στα δάχτυλα τα δικά μου και τα δικά σου, στα χρώματα των ζωγράφων, στο φύλο της ανθρωπότητας.

Τρία βράδια κοιμηθήκαμε έτσι. Χαράσσοντας με το μολύβι για τα μάτια τις δικές μου λέξεις πάνω στο γυμνό δέρμα σου. Πίνοντας αμέτρητα μπουκάλια κρασί που φωνάζαμε τον γκρουμ να μας τα ανοίξει στις 3 το πρωί, γιατί ως συνήθως δε θυμόμουν πού είχα βάλει εκείνο το μπλε ανοιχτήρι που έφερες την πρώτη νύχτα που ήρθες στο δωμάτιο. Το βρήκα τις προάλλες μέσα στο κρυφό φερμουάρ της βαλίτσας μου. Και αυτή τη φορά μου έλειπε μόνο το κρασί και λίγο περισσότερο η παρουσία σου.

«Σε ευχαριστώ για το κρεβάτι σου, για το φαγητό σου… Εύχομαι όλα να πάνε καλά με τα σχέδιά σου», έκανες να κλείσεις την πόρτα πίσω σου, μα εκείνη είχε ανοίξει για σένα.

Δε με πήγες ως το αεροδρόμιο, σε άφησα όμως εγώ εκεί δυόμιση μήνες μετά. Κι έπειτα… σιωπή. Η σάρκα σου, προϊστορική σπηλιά. Άγνωστη, ακατοίκητη… ξανά. Κατοικημένη γνώριμη... κάποτε. Πόσο δίκιο είχες. «Πληθυντική θα ήταν η αγάπη, αν βολευόταν η καρδιά».

Τέλειωσε ο καπνός. Σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι. Το ρολόι δείχνει δύο παρά, γλιτώνω το κερί από τη δυστυχία του, βάζω μια φόρμα και βγαίνω στο δρόμο. Σταματώ κάπου στην Ιερά Οδό, αγοράζω Golden Virginia κίτρινα και πιάνω συζήτηση με τον περιπτερά. Καταθέτω στο τζάμι του την εκτίμησή μου για την υπέροχη ιδέα του να κρατάει ακόμα ανοιχτό αυτό το μίζερο αποπνικτικό κουτί και κάνω να φύγω. Δύο βήματα πριν μπω στο αυτοκίνητο και μετρώντας τις πλάκες του πεζοδρομίου σαν μικρό παιδί, συναντώ το άρωμά σου και για μια στιγμή, σηκώνω το βλέμμα. Έπειτα, καθώς το ξένο ειπώνεται σε μιαν αλήθεια, τα βλέφαρά μου χαμηλώνουν ξανά.
 
TAGS:
εμφάνιση σχολίων