0
1
σχόλια
682
λέξεις

«Διαδρομές από το εκεί στο κάπου, στο εδώ, στο πέρα, στο ίσως, στο αλλά, στο κάποτε, στο θα». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΜΑΛΒΙΝΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
20 Ιουλίου 2013
Προσπαθείς να απαγκιστρωθείς. Προσπαθείς να θυμηθείς. Προσπαθείς να ξεχάσεις. Δεν ξέρεις τι πονάει πιο πολύ πια. Το να μένεις, το να φεύγεις, το να μη φτάνεις ποτέ, το να φτάνεις πάντα. Κάπου. Που στο τέλος ανακαλύπτεις πως το εκεί δεν έγινε ποτέ εδώ, πως το τότε δεν ήταν ποτέ τώρα.

Θυμάσαι την πρώτη φορά που ήρθες εδώ. Πρώτη φορά; Κι όμως, κάπου τη θυμάσαι αυτή την εικόνα. Πώς γίνεται να θυμάσαι κάτι που δε συνέβη ποτέ; Διαδρομές από το εκεί στο κάπου, στο εδώ, στο πέρα, στο ίσως, στο αλλά, στο κάποτε, στο θα. Και νιώθεις σαν τα ταξίδια να γινόντουσαν μέσα στο κεφάλι σου, και εσύ στην πραγματικότητα να μην το κούνησες ποτέ από εκεί που ήσουν. Από εκεί που νόμιζες πως ήσουν. Από εκεί που σου είχαν πει πως είσαι. Από εκεί που τόσο ήθελες να πιστέψεις πως είσαι.

Το ημιτελές αφήνει την αίσθηση του ατελούς. Όπως και το ίσως και το σχεδόν. Είναι σαν το τίποτα, το ποτέ, το πουθενά. Αλλά ένα μέρος του πουθενά βρίσκεται μέσα στο παντού. Οπότε ποτέ μην είσαι σίγουρος. Ποτέ δε μπορείς να ξέρεις. Γιατί πρέπει να ξέρεις το τέλος; Υπάρχει τέλος; Αφού δεν υπήρξε αρχή. Και αν τέλος πάντων ξέρεις, θα ’σαι καταδικασμένος να κρύβεσαι από το τέλος αναζητώντας συνέχεια αρχές. Η αρχή είναι μια μέση ενός τετελεσμένου δρόμου. Βρίσκεται μέσα σε γκρίζα ή λευκή ομίχλη. Τη βλέπεις, αλλά όχι καθαρά. Το τέλος είναι βαθύτερο, πιο σκοτεινό, για άλλους πάλι λουσμένο στο φως; Και στις δύο περιπτώσεις όμως διαφεύγει: βρίσκεται παντού και συγχρόνως πουθενά, το νιώθεις, αλλά δε μπορείς να το δεις, το περιγράφεις, αλλά δε μπορείς να το ορίσεις.

Από όταν ήμασταν μικρά, μας έχει μείνει η φαντασίωση πως οι ιστορίες έχουν αρχή, μέση και τέλος. Πως έχουν την αποκορύφωση, την κάθαρση, την τροπή εκείνη που καθοδηγεί σε μια συντέλεια, έναν κύκλο που ολοκληρώνεται, μια σχέση αιτίου-αιτιατού. Μα οι ιστορίες αποσπασματικές είναι. Αποσπάσματα χρόνων που νομίσαμε πως υπήρξαν. Ή που όντως υπήρξαν, δεν κατάλαβες ποτέ τη διαφορά. Δεν ξέρεις αν υπάρχει διαφορά τελικά.

Κλείσε τα μάτια και μέτρα ως το δέκα. Μετά θα ’χουν όλα περάσει. Έτσι δε σου έλεγαν; Πόσες φορές έχεις κλείσει τα μάτια περιμένοντας, κολλώντας τα δάκρυα στις κλειστές τους κόγχες;

Δε μπορείς να πάψεις να σκέφτεσαι. Δε μπορείς ή δε θέλεις; Δεν ξέρεις. Δεν έχει σημασία. Το μόνο που ξέρεις είναι πως σκέφτεσαι. Έχεις πάθει μία από εκείνες τις τοξικές εμμονές που ξεσκίζουν τα μυαλά σου. Τις νύχτες τα μάτια σου ξεχειλίζουν σαρκοβόρα υγρά που τρέφονται από το σαράκι σου.

Βυθίζεσαι. Φοβάσαι. Υπόσχεσαι στον εαυτό σου πως δε θα ξανακάνεις κάτι, κι όμως, την ίδια στιγμή το αρνείσαι. Δε μπορείς πάνω σου να κυριαρχήσεις. Ουτοπίες κυνηγάς. Πειράζει; Δε μπορείς άλλο να απαντάς. Ούτε να ρωτάς. Θέλεις να ανασάνεις. Να τολμάς. Να μη μετανιώνεις. Να μη φοβάσαι να μετανιώνεις. Πόσα όνειρα έχεις; Πόσο χρόνων είσαι στα αλήθεια; Σε ρώτησε ποτέ κανείς; Ρώτησες ποτέ κανέναν;

Αν πάλι μισείς τις ερωτήσεις, γράψ’ τες στο δέρμα σου, ράψ’ τες προσεκτικά μέσα στα χείλη σου, χάραξέ τες στο λευκό των ματιών σου. Κι όταν έρθει η ώρα, θα δοθούν οι απαντήσεις. Μα την ώρα κείνη μην την περιμένεις. Δε θα σου ζητήσει το λόγο για να έρθει, ούτε θα σε ρωτήσει αν είσαι έτοιμος, χτυπώντας την πόρτα.

Ζήσε την. Μέσα στα χρώματα, στα αρώματα, στα βήματα. Ξυπνούν μέσα σου τις μνήμες. Τις φυλάς σε ένα δοχείο νυκτός, πάνω στο κομοδίνο σου. Το βράδυ θα βουτήξεις το χαρακωμένο σου καρπό μέσα τους ψάχνοντας για κανένα αποτσίγαρο. Αφήνεις τις σκέψεις σου να πλανηθούν στο δωμάτιο με τα διαμελισμένα πτώματα του εαυτού σου. Ύστερα γίνονται και κείνες πτώματα. Το δωμάτιο τρεκλίζει, σαν μια μαριονέτα με μυωπικά όνειρα. Είσαι σε έναν κήπο ετεροτοπικό τώρα. Το αίμα από τον αριστερό σου καρπό γίνεται ένα νεκρό χελιδόνι. Στο στόμα του ένα γράμμα πάλλεται.

Περίμενες γράμμα; Είχες από καιρό σκίσει το χαρτάκι στο κουδούνι, ήξερες πως κανείς το όνομά σου δε θα ψάξει. Κι ύστερα ένα τικ τακ αργόσυρτο και αποπνικτικό μέσα σου χτυπά. Το ξυπνητήρι ή η καρδιά σου -βόμβα που ξέχασες να αφοπλίσεις.

 
TAGS:
εμφάνιση σχολίων