0
1
σχόλια
1090
λέξεις

Μια ερωτική ιστορία. Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΡΜΑΓΟΣ
16 Ιουλίου 2013
Πανεπιστήμιο και 2ο έτος, τότε ένιωθα σαν τον βασιλιά του κόσμου, χρωστούσα ένα λογικό αριθμό μαθημάτων και έβγαινα όποτε με ευχαριστούσε σε τοπικά μπαράκια για την περιστασιακή οινοποσία που θα σε γυρνούσε χαράματα στο σπίτι, αν σε γυρνούσε. Συνήθως όμως η παρέα ήταν εκεί για παρατεταμένες συνεδρίες γύρω από ένα HUB, που αν μπορούσε θα βόγκαγε από τον αριθμό των υπολογιστών που ήταν συνδεδεμένα πάνω του για ατελείωτες ώρες παιχνιδιού. Ευχάριστος τύπος, μιλούσα σε όλους και για τα πάντα, και από το δικό μου πρώτο έτος χρώσταγα Στούντιο Ι, ευκαιρία για γνωριμίες έψαχνα, γι’ αυτό και ήταν το τελευταίο μάθημα που πέρασα. Κάπως έτσι πρέπει να σε είδα.

Δεν ήταν ούτε κεραυνοβόλος ο έρωτας ούτε κάτι που έκανε τα πάντα να κινούνται σε slow motion ούτε που θυμάμαι την στιγμή, αλλά σίγουρα σε είχα δει κάπου εκεί μέσα. Πέρασαν 2 ακόμα χρόνια και όλου κάπου σε έπαιρνε το μάτι μου, ήσουν ο περαστικός που τράβαγε για μια στιγμή το βλέμμα μου και για λίγο γινόμουν το background της ζωής σου και εσύ ο πρωταγωνιστής του δικού μου. Δεν ξέρω πότε το ένιωσα, ξέρω όμως ότι έγινε κάπου μέσα στα μεθύσια σου, κάποια στιγμή που σε κυνηγούσα να σου πω ένα «γεια», όταν ο κόσμος σου γυρνούσε, κάπου μέσα σε ένα τσιγάρο έξω από τα εργαστήρια, όταν ξενυχτούσες για εργασίες, αλλά πάντα κάτω από χαμηλά φώτα.

Δε μας ένοιαζε τίποτα, ζούσαμε και μοιραζόμασταν τα πάντα και είχαμε όνειρα για χίλια δυο περισσότερα. Ήμασταν πανεπιστήμιο. Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς για τίποτα, εκτός από το αν θα ξυπνήσεις το πρωί «να δώσεις το μάθημα». Έφυγα στα 7 χρόνια από το Πανεπιστήμιο και ένα κομμάτι μου το έκανε επίτηδες για να είμαι μαζί σου 2 ακόμα χρόνια. Τα οικονομικά περιθώρια υπήρχαν, και για να πω την αλήθεια, ποτέ δε μου πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσα να είμαι βάρος, σπούδαζα!

Χωρίζαμε και τα βρίσκαμε, γιατί το «χώρια» δε μας πήγε ποτέ, γιατί από ένα σημείο και μετά θεωρείς μάταιο να προσπαθήσεις να βρεις αυτό που έχεις ήδη βρει. Ξέρεις πού είναι. Έτσι χωρίσαμε κάπου στη θητεία μου και μείναμε χώρια μέχρι που αποφασίσαμε τα μεταπτυχιακά μας. Εσύ Γλασκώβη, εγώ Λονδίνο και η ζωάρα ξεκινάει! Προσπαθούσα να απολαύσω το Λονδίνο, αλλά είχε μια γλυκόξινη γεύση, γιατί αισθανόμουν σαν κατάσκοπος που σε παρακολουθούσε, μόνο που αντί να κρύβομαι στη σκιά της απέναντι γωνίας, ήμουν στο άλλο άκρο της Αγγλίας. Λίγο πιο μετά, πάλι προσπάθεια για το επόμενο βήμα, μια ιταλίδα, αλλά ένα δικό σου «σ’ αγαπώ» ακούστηκε σαν τραγούδι από σειρήνα. Ξέρεις πόσο σιχαίνομαι να πληγώνω ανθρώπους.

Τελειώσαμε τις σπουδές μας και ήμασταν αγκαλιά για μια ακόμα φορά, και όμως ήμασταν!. Χαμόγελα πλημμύρισαν πάλι τη ζωή μας και το μόνο που ζητούσαμε ήταν λίγη ακόμα αιμοδοσία από τους γονείς μας, για να «στήσουμε» την όποια ζωή μας. Νοικιάσαμε ένα σπίτι με τα χίλια ζόρια (δε δίνουν σε ανέργους σπίτι εύκολα, βλέπεις) από έναν εκπληκτικό σπιτονοικοκύρη! Με πόνο το επιπλώσαμε, γιατί κουβαλούσα τα πράγματα από το ΙΚΕΑ στα χέρια και τις πλάτες μιας και τα οικονομικά δεν ήταν τόσο άνετα για ταξί, είχε χτυπήσει η κρίση και το μικρόβιο τού «είμαι βάρος» είχε εμφανίσει τα πρώτα του συμπτώματα. Φτιάχναμε το σπίτι, κολλούσαμε αφίσες, προσπαθούσα να συναρμολογήσω τα τραπέζια και να στήσουμε τα pc μας στα οποία και καρφωθήκαμε από εκεί και πέρα.

Σου είχα πει η εύρεση εργασίας να μη μπει πολύ στη σχέση μας δεν είναι αγώνας «ποιος βρήκε πρώτος και τι κάνει ο άλλος;» και έτσι έτυχε να βρω εγώ πρώτος, αρκετά εύκολα ομολογουμένως. Έφευγα τα πρωινά, γύρναγα τα βράδια, μιλούσαμε για τη μέρα μας και έπαιζα στον υπολογιστή, ενώ εσύ δούλευες στην καινούργια δουλειά/τρελή ιδέα σου στην οποία ήμουν ένας υποκειμενικός κριτής σου. Σε έβλεπα όμως να σε καταβροχθίζει η απόρριψη που κουβαλάει η ανεργία, και άλλες φορές προσπαθούσα να είμαι εκεί ο δυνατός με το χαμόγελο να σε ανεβάσω, είτε αποτραβιόμουν γιατί δεν ήξερα τι άλλο να κάνω πια. Όχι, δεν ήμουν καλύτερος. Δούλευα σε κάτι που γούσταρα και μετά έπαιζα, γιατί οι συνήθειες είναι συνήθειες, και εσύ ήσουν εκεί χωρίς εμένα δίπλα σου απόλυτα στα δύσκολα, αλλά και  ήμουν.

Μου έλεγες ότι το Μάρτη θα φύγεις, αν δεν βρεις δουλειά. Αν και άκουγα τους ήχους από αυτές τις λέξεις, ποτέ δεν τους έδωσα σημασία. Πάντα έλεγα μέσα μου «αν φτάσουμε εκεί, κάτι θα βρούμε. Δε μπορεί, έτσι και αλλιώς είναι ταλεντάρα, δε γίνεται να μη βρει κάτι». Από τότε άρχισες να φεύγεις, και εγώ να μένω. Πλήρωνα όλο μου το μισθό για έξοδα του σπιτιού και ακόμα βάζανε κάτι και οι γονείς μας, αλλά δεν το μπορούσες. Εκτός απο το χρέος που αισθανόσουν απέναντι στους γονείς σου να σε δουν πετυχημένη, ανεξάρτητη, και απέναντι στο εαυτό σου, τώρα αισθανόσουν βάρος και σε εμένα. Ήθελες να ξεπληρώνεις πάντα ό,τι έβαζα, έστω ένα μεγάλο μέρος τους, όσο και αν προσπαθούσα να δίνω εγώ τα περισσότερα. Μια συγκυρία γεγονότων οδήγησε στην απόφαση να φύγεις τον Ιούνη λόγω μιας πρότασης για δουλειά πάνω στο αντικείμενό σου μερικές μέρες μετά τα γενέθλιά μου και 1 μήνα μετά την πρώτη απόλυσή μου. Σε μια απέλπιδη προσπάθεια να σε κάνω να μείνεις, σου είπα ότι αν φύγεις, θα πούμε «αντίο για πάντα» αυτή την φορά.. Και έφυγες.

Πνίγικα, κλείστηκα σε ενα σπίτι που το μισό είχε αδειάσει, κοιμόμουν σε ένα διπλό κρεβάτι και ξυπνούσα μόνος μου για να ψάξω δουλειά. Όσο και αν περιμένα να ακούσω ενα μύνημά σου, κάπου θυμόμουν ότι εγώ σου είχα κόψει κάθε δίαυλο επικοινωνίας. Αλλά περίμενα. Δε θα ερχόμουν Ελλάδα για διακοπές, τα οικονομικά και τα ψυχολογικά μου δε μου το επιτρέπανε, και έτσι συνέχισε η ιστορία μέχρι πριν από λίγο καιρό όπου και επαναλήφθηκε. Έγινες πάλι σειρήνα και πάλι εγώ απλά ακουμπούσα το κατάρτι, γιατί δεν ήθελα να δεθώ πάνω του, παντα ήξερα ότι «έπρεπε» να φύγεις.

Τώρα θα βρεθούμε να ρωτάμε «και τώρα τι;». Όχι για τα συναισθηματά μας, αυτά κανεις δε μπόρεσε να εξηγήσει λογικά, αλλά ξέρουμε πλέον τι μας λένε. Ρωτάμε για το αύριο, ρωτάμε το πώς και προς τα πού να πάμε, και το μόνο που μπορώ να κάνω τώρα που είμαι ακόμα μουδιασμένος, είναι να σου κρατάω το χέρι και να πάμε μαζί όπου και αν οδηγεί ο δρόμος. Μια υπόσχεση σου δίνω και απαιτώ από εσένα: θέλω να πάμε σε ένα μέρος όπου δε θα μετράμε τίποτα, ούτε λεφτά, ούτε μέρες, ούτε τι μας έμεινε, θυμάσαι; Σαν το πανεπιστήμιο που δε μας ένοιαζε το ακριβές αποτέλεσμα οποιουδήποτε μετρήματος. Ήταν είτε «φτάνουν» είτε «δεν παίζει», κόβοντάς τα με το μάτι. Στις φυλακές και στις τράπεζες μετράνε, εμείς θέλω να πάμε στη φούσκα μας.

TAGS:
εμφάνιση σχολίων