0
1
σχόλια
502
λέξεις

«Πρέπει πια να πάψω να μεθάω απ' την ανάσα σου, να 'χω κι εγώ τις μικρές μου αντιστάσεις, τα μικρά μου προσωπικά μυστικά». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΙΛΙΑ ΠΕΤΡΟΥ
11 Ιουλίου 2013
Πρέπει πια να καταλαγιάσει μέσα μου αυτό το πάθος, αυτή η φωτιά που καίει και καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά της. Μα πάνω απ όλα οδηγεί εμένα την ίδια στην πυρά. Σαν τον καιόμενο του Σινόπουλου, μέσα στη μέση της κάμαράς σου, πάνω στο μονό σου κρεβάτι, αυτοπυρπολούμαι και καταστρέφομαι κάθε πρωί που ξυπνάμε. Λάβα ο ιδρώτας σου, πανί του σκαριού μου το κορμί σου, με ταξιδεύει στα απόκρυφα αρχαιοελληνικά μυστήρια. Χάνομαι μέσα στα μάτια σου, χάθηκα μέσα σου για πρώτη φορά στη ζωή μου, αλλά εσύ δε χάθηκες μέσα μου. Μα δεν είναι τούτο η λύπη μου.

Πρέπει πια να πάψω να μεθάω απ' την ανάσα σου, να ’χω κι εγώ τις μικρές μου αντιστάσεις, τα μικρά μου προσωπικά μυστικά. Όμως εγώ δεν ήθελα μυστικά από σένα. Δεν ήθελα να παίξω σκάκι μαζί σου, δεν ήθελα να παίξω το ρόλο ανεξάρτητης γυναίκας. Ήθελα εκείνον τον άλλο ρόλο, του ανυπεράσπιστου κοριτσιού, που κρυώνει, τρέμει, φοβάται να ζήσει μακριά σου, αλλά εσύ δε μου τον επιτρέπεις.

Ίσως πρέπει πια να πάψω ν’ αφήνομαι. Να κάψω άλλη μία φορά τα ρομαντικά, ουτοπικά μου όνειρα για έρωτες που καίνε -αδιάφορο αν διαρκούν. Πρέπει μάλλον ν’ αφήσω στον κάλαθο των αχρήστων τη συναίσθηση πως ο Έρωτας είναι το απόλυτο δόσιμο του ανθρώπου και η υπέρτατη ένωση του κόσμου, η κινητήριος δύναμή του. Ίσως πρέπει πια να πιστέψω πως δεν υπάρχουν αυτοί οι μυθιστορηματικοί έρωτες, που δεν περιέχουν ίχνος ροζ, ίχνος ξεφτίσματος. Μα είναι κόκκινοι, μόνο κόκκινοι, αντιπροσωπεύοντας  χρώμα του αίματος, χρώμα της έμμηνης ρύσης και της γέννησης.

Μα αν όλα αυτά πρέπει να γίνουν, τότε πρέπει να ξεκρεμάσω τα φτερά μου, να τα κλείσω μέσα σ’ ένα σκονισμένο, μεγάλο, βαρύ μπαούλο, να τα διπλοκλειδώσω, μη τύχει και ξετρυπώσουν από κει μέσα κάποια μέρα, και μου θυμήσουν στο μέλλον τα κιτρινισμένα παρελθοντικά μου όνειρα. Κι ακόμα θα πρέπει να παραιτηθώ από την αναζήτηση των σκληρών φιλιών, των αγγιγμάτων που χαράζονται στο κορμί, σαν ουλές, και δε σ’ αφήνουν ποτέ να ξεχάσεις. Πρέπει δηλαδή, πώς να σ’ το πω αλλιώς, να απαρνηθώ τον ίδιο μου τον εαυτό, το πετσί μου το ίδιο να το απεκδυθώ και να το κρεμάσω σε τσιγκέλι, να διαβαίνουν από μπροστά του οι ορθολογιστές και να γίνομαι περίγελος για την κατάντια μου.

Ίσως είμαι ένας άνθρωπος που σημαδεύτηκε απ’ τη μοίρα του, γιατί στο διάβα του δε βρήκε ιστορίες που να καίνε, ιστορίες άφατα δυνατές, ιστορίες άξιες να τις ζήσει. Ίσως τελικά να ισχύει αυτή η κατάρα των όντων, της μοναχικής πορείας μέσα στα υγρά, πολύβουα συναισθήματα, που ναι μεν σ’ τα γεννούν άλλοι, οι σημαντικοί άλλοι, αλλά δε θέλουν να πέσουν στη λάβα τους μαζί σου. Σε πετάνε μέσα στον κρατήρα ηφαιστείου και με τη σκέψη τους μένουν μαζί σου, αλλά πάντα με ασφάλεια, γύρω απ' το περιφραγμένο παλάτι τους. Μα τότε τι κρίμα… «αν δε σου φτάνει ένα σπασμένο κορμί, παντού περισσεύεις και παντού ξεψυχάς».
 
TAGS:
εμφάνιση σχολίων