0
1
σχόλια
582
λέξεις

«Δε θα σου επιτρέψω να μου τ’ αφήσεις όλα μες στη μέση. Όχι μετά από 20 χρόνια». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΝΙΚΗΤΑ
5 Ιουλίου 2013
Έχει πάει κιόλας 7. Πέφτει στα μάτια μας εκείνο το λευκό φως με μια μόλις υπόνοια γκρι, που μαρτυράει το φθινόπωρο όταν κρυφοκοιτάζει τις ψυχές. Ο αέρας σού παίρνει τα μαλλιά. Τα μαζεύεις σ’ ένα γκρι κότσο και μου σφίγγεις το χέρι. Έχουμε χρόνια να περπατήσουμε στην παραλία. Εγώ με σηκωμένα τα ρεβέρ κι εσύ έχοντας κάνει κόμπο τη φούστα στη μια πλευρά για να μη βρέχεται. Ξυπόλυτοι. Όπως τότε, στη Νίκαια, όταν πρωτογνωριστήκαμε σ’ εκείνο το πάρτι του συμφοιτητή μου. Η άμμος με χάιδευε, γιατί εσύ δίπλα μου φορούσες μαγιό και ένα παρεό δεμένο στη μέση. Ξέπνοοι. Η άμμος τώρα τρίζει απαρατήρητη κάτω από τα σκληρά μου πέλματα. Δε θα σου επιτρέψω να μου τ’ αφήσεις όλα μες στη μέση. Όχι μετά από 20 χρόνια. Γυρνάς προς το μέρος μου, σε ενοχλεί το θράσος του ήλιου. Μου αφήνεις το χέρι και κλοτσάς με τα δάχτυλά σου ένα κοχύλι. Τα νερά αφρίζουν στο μικρό νησί απέναντι.

«Κοίτα, Χρήστο μου, τα δελφίνια!». «Τόση ώρα είναι εκεί. Tώρα τα πρόσεξες;». «Μα κοιτούσα εσένα. Γιατί είσαι θυμωμένος;». «Αν δεν επέμενες τόσο να πάμε αυτό το ταξίδι, θα πίναμε τσάι στον κήπο τώρα όπως κάθε Κυριακή, αλλά πάντα έτσι ήσουν, ισχυρογνώμων, πάντα το δικό σου ήθελες να γίνεται… πάντα!». «Έλα, βρε αγάπη μου, αφού το είχες κι εσύ όνειρο να πάμε, κι ύστερα πού να φανταστεί κανείς ότι θα βρεθεί στο δρόμο μας ολόκληρο ελάφι! Πάντα γκρίνιαζες, αλλά και πάντα σου άρεσε όταν κανόνιζα ταξιδάκια, ε; Κοίτα τώρα τι όμορφα παίζουν τα δελφίνια και έρχονται σιγά σιγά όλο και πιο κοντά μας, τυχεροί είμαστε!».

Τυχερός ήμουν που σε γνώρισα. Που με παντρεύτηκες, σ’ ένα ταξίδι στην Ιταλία με τα μαλλιά λιτά και μ’ έναν που γνωρίσαμε εκεί, για μάρτυρα. Τρεις μέρες μπαινόβγαινα μέσα σου φουρτουνιασμένος κι ύστερα αγκυροβολούσα στα στήθη σου τις νύχτες, αγγίζοντας το αυλάκι στο μέτωπό σου που το δάμαζαν οι φωνές του έρωτα και γινόταν υπάκουη γραμμούλα και κυλούσαν οι μέρες μας πάνω του, οι δικές μας μόνο μέρες, με την παλάμη σου στο κεφάλι μου να μετράς τις ανάσες μου, εκεί μέσα φώλιασα και πότιζα τα λουλούδια της ευτυχίας σου, ξερίζωνα τα χορτάρια της λύπης σου για 20 χρόνια, μωρό μου, 20 χρόνια πλημμύρες και ξηρασίες, βράχια και αμμουδιές και τώρα, τώρα θέλεις να χαϊδέψεις εκείνα τα κήτη, κι εμένα πάει να σπάσει το κεφάλι απ’ τον πονοκέφαλο.

«Σε παρακαλώ, Ελένη, μην τ’ αγγίξεις». «Είμαι πολύ κουρασμένη πια. Δεν αντέχω άλλο, αγάπη μου. Άλλωστε, σε λίγες μέρες θα έρθεις κι εσύ απέναντι, μη μου παραπονιέσαι. Ίσα που να ετοιμαστείς, θα καθαρίσω κι εγώ τον κήπο να είναι έτοιμος, ούτε που θα το καταλάβεις! Έλα τώρα, συνόδευσέ με λίγο μέχρι μέσα, ξέρεις πόσο αντιπαθώ να πατάω στα βότσαλα ξυπόλυτη και προπαντός μην κλαις σαν μωρό παιδί, τρεις μέρες θα σου λείψω!».

Χαμογελάς και το αυλάκι γεμίζει αλάτι. Δε φτάνω πια να σ’ το καθαρίσω. Κλείνω τα μάτια και η ανάσα μου πήζει από την ξαφνική κάθοδο της νύχτας. Ακούγονται ποδοβολητά. Ο απινιδωτής φορτίζεται τρεις φορές, αλλά η επίπεδη γραμμή επιμένει στο μόνιτορ. Η βροχή σκάβει τα κάγκελα στο παράθυρο. Κάποιος πατάει τον κόκκινο διακόπτη και οι βροντές σταματούν. Στο διπλανό κρεβάτι κι ενώ το έμβολο της μηχανικής αναπνοής ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά, η νοσοκόμα αλλάζει ξανά τη μουσκεμένη μαξιλαροθήκη ενός κυρίου.


H Ευρυδίκη Νικήτα γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου κι ειδικεύτηκε στη δερματολογία. Από το 2005 εργάζεται ως δερματολόγος στην Αθήνα.
 
TAGS:
εμφάνιση σχολίων