«Όλοι τρέχουν να προλάβουν κάτι, χωρίς όμως να ξέρουν τι και αφήνουν πίσω τους το σημαντικότερο: τη ζωή». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]
Περπατάω στους δρόμους κοιτώντας τα πρόσωπα των ανθρώπων. Ψάχνω για ψήγματα λάμψης, γέλιου, κάτι. Σκοτάδι και μόνο σκοτάδι είναι αυτό που αντικρίζω. Βλέμματα κενά. Χωρίς ψυχή, χωρίς ανθρωπιά. Όλοι τρέχουν να προλάβουν κάτι, χωρίς όμως να ξέρουν τι και αφήνουν πίσω τους το σημαντικότερο: τη ζωή. Νιώθουν πως τα πάντα τους φταίνε και τα βάζουν με το «διπλανό» τους.
Φτάνω σε μία βιτρίνα. Ο αντικατοπτρισμός μου δείχνει αυτό που δεν ήθελα να δω. Αυτός είμαι εγώ; Και γιατί όλο αυτό φαίνεται τόσο ψεύτικο; Πιάνω με τα χέρια μου το πρόσωπό μου για να το πιστέψω. Αυτό που με κορόιδευα τόσα χρόνια, αυτό λούστηκα.
Το μπιλιετάκι των παιδικών μου χρόνων βρίσκεται καταχωνιασμένο σε μία σκονισμένη αποθήκη και τα όνειρα που είναι γραμμένα δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Μάλλον δεν ήταν τόσο δυνατά ή εγώ δεν πίστεψα πολύ σε αυτά. Cut.
Οι εφιάλτες της ενήλικης ζωής κάνουν τώρα κουμάντο και η μαριονέτα πρέπει να κάνει τις κινήσεις της. Το μνημείο του αγνώστου στρατιώτη. Τα πρώτα φλερτ με τις τουρίστριες, οι πρώτες κουτσουλιές από τα περιστέρια. Γελάω. Οι περαστικοί με κοιτάνε περίεργα. Θεωρούν πως είμαι τρελός. Ίσως και να είμαι. Ο τρελός δεν αναγνωρίζει, μόνο δρα.
Το φανάρι ανάβει πράσινο. Τα αμάξια ξεκινούν. Οι κινήσεις νευρικές. Η επιλογή δεν είναι δύσκολη, ένα βήμα και όλα θα τελειώσουν. Το αμάξι δε θα προλάβει να φρενάρει. Οι ρόδες ούτε καν θα στριγκλίσουν. Είμαι 60 χρόνων και αυτή η σκέψη κάθε μέρα έρχεται στο μυαλό. Η ίδια ακριβώς σκέψη. Να βάλω ένα τέλος. Με αξιοπρέπεια. Το ίδιο σκέφτεται και ο διπλανός μου, το καταλαβαίνω. Πηγαίνει λίγο πιο μπροστά, αλλά ύστερα το μετανιώνει. Κόκκινο. Αύριο πάλι.
Οι ζογκλέρ βγαίνουν. Η γκριζίλα σπάει. Οι κορίνες ανεβοκατεβαίνουν σαν την ορμή των νέων. Εκεί πρέπει να βρίσκονται, ψηλά. Η κορίνα πέφτει. Δεν πειράζει. Θα ξανασηκωθεί για να συνεχίσει.