0
1
σχόλια
498
λέξεις

«Απόψε σε ξεπέρασα, μωρό μου». Στείλτε μας το δικό σας κείμενο στο [email protected]

ΣΤΕΛΛΑ ΚΟΥΤΡΩΤΣΙΟΥ
9 Απριλίου 2013
Περπατώ με την παρέα μου, τυλιγμένη με το χοντρό λευκό κασκόλ που μου είχες χαρίσει μια χειμωνιάτικη μέρα σαν κι αυτή, μην τύχει και κρυώσω. «Να το φοράς», μου είχες πει, «να μην κοκκινίζει η μύτη σου από το κρύο και μετά παραπονιέσαι» και ακούμπησες ένα μικρό φιλί επάνω της. Έχουν περάσει δύο μήνες από τότε.

Απόψε δεν ήθελα να χαλάσω το κέφι της παρέας και τους ακολούθησα μηχανικά, χωρίς αντίσταση, φέρνοντας στο πρόσωπό μου φορεσιά ένα ευγενικό χαμόγελο. Το βήμα μου είχε δικά του θέλω και απόψε δεν υπάκουγε. Εγώ το πήγαινα εμπρός κι αυτό με τραβούσε πίσω. Το έσυρα όμως με το ζόρι. Αυτοί οι τοίχοι στο σπίτι είχαν πια αρχίσει να συγκλίνουν επικίνδυνα.

Μπήκαμε στο μαγαζί. Άφησα το κορμί μου να πέσει στην καρέκλα. Πήρα και το κρασί στα χέρια μου. Κόκκινο κρασί, λαμπερό κόκκινο, να ταιριάζει στο φόρεμά μου. Κόκκινο υγρό, μπας κι αναπληρώσει το κενό στις φλέβες μου. Φλέβες που στεγνώνουν εδώ και δύο μήνες. Το μαγαζί μικρό, στενάχωρο, η μουσική μού πέφτει βαριά, σαν δυσπεψία από τα λόγια αγάπης που λέει η ορχήστρα και αυτοί αντί να χτυπούν τις χορδές τους, σαν να παίζουν με τα μηνίγγια μου. Κοιτώ γύρω μου τα κεφάλια σε συνωστισμό, σύγχυση, φορεσιές, βαμμένα χαμόγελα και στολίδια και ανυπόμονες γραβάτες.

Και εγώ να γελάω μέσα μου με όλο αυτό το τσίρκο, με αυτό το τελευταίο υστερικό γέλιο που απέμεινε στη θέση του παλιού μου. Του παλιού γέλιου μου, του παλιού εαυτού μου. Τότε που έτρεχες να με βρεις, να μου κάνεις έκπληξη και εμφανιζόσουν ξαφνικά στην πόρτα. Με έμαθες να  περιμένω να έρθεις, με έμαθες να κοιτώ την πόρτα ώσπου να ανοίξει διάπλατα, να μπεις στον κόσμο μου, να μου χαμογελάσεις και να με κάνεις να θέλω να χορέψω ταγκό με το πάθος σπανιόλας ερωτοχτυπημένης χορεύτριας, που κυματίζει τα χρώματα της φούστας της στα μάτια των αντρών και τους ταξιδεύει με τον ήχο από τα τακούνια της. Μόνο που τα τακούνια θα τα βγάλει μόνο στο σπίτι της και θα τα ακουμπήσει στοργικά πλάι στα μαύρα σκαρπίνια του.

Τώρα κάνω προσπάθειες να συνεχίσω να αναπνέω, κάθομαι φρόνιμη στην καρέκλα που μου πρόσφεραν, θέλω να δαγκώσω κάποιον να πλαντάξει από τον πόνο, μπας και με νιώσει κάποιος. Νουθετώ τον εαυτό μου, όμως, να συνεχίσω να είμαι φρόνιμη, να πνίξω κι άλλο την ανάσα μου, μη τυχόν και με καταλάβουν. Χαμογελώ στο διπλανό αρπακτικό. Η ώρα περνάει, οι φλέβες μου γεμίζουν και το καινούργιο αρπακτικό πιάνει το σφυγμό και μου χαμογελά.

Χαϊδολογάω ρυθμικά μία το τραπέζι και μία το κρασί. Οι σκέψεις τρέχουν στο κεφάλι μου, μα πιο ανάλαφρα από πριν. Σε σκέφτομαι να ανοίγεις πόρτες, άλλες πόρτες, να ψάχνεις άλλους κόσμους. Σε φαντάζομαι ήδη να είσαι εκεί, να λες τη γνώμη σου για το χρώμα στους τοίχους και σε ποια θέση θα μπούνε τα ποτήρια. Στο τέλος της βραδιάς μετρώ τις φορές που κοίταξα στην πόρτα μπας κι ερχόσουν. Το μέτρημα άρχισε και σταμάτησε στο μηδέν. Απόψε σε ξεπέρασα, μωρό μου.
 

TAGS:
εμφάνιση σχολίων