0
1
σχόλια
676
λέξεις
ΖΗΝ
Μιλάμε όλο και λιγότερο. Και ίσως αυτό να έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ όσο νομίζουμε
 
ΑΘΗΝΑ ΛΕΒΕΝΤΗ | ΦΩΤΟ: UNSPLASH
17 Σεπτεμβρίου 2026
Δεν χρειάζεται πλέον να μιλήσουμε για να παραγγείλουμε έναν καφέ, να βρούμε τον δρόμο μας, να κλείσουμε ένα ραντεβού, να ρωτήσουμε κάτι ή ακόμη και να λύσουμε μια διαφωνία. Μια οθόνη, ένα μήνυμα, μια εφαρμογή ή ένας ψηφιακός βοηθός μπορούν να αναλάβουν τη δουλειά.

Κάθε μία από αυτές τις αλλαγές μοιάζει ασήμαντη. Όλες μαζί όμως δημιουργούν μια διαφορετική καθημερινότητα: μια καθημερινότητα στην οποία η ομιλία δεν είναι πλέον απαραίτητη.

Αυτό είναι το ενδιαφέρον σημείο ενός πρόσφατου άρθρου της Washington Post. Πέρα από το διαδικτυακό αστείο για τους νέους που απαντούν σε μια ερώτηση με ένα βλέμμα αντί για μια φράση, το πραγματικό θέμα βρίσκεται αλλού: μιλάμε λιγότερο και αυτό δεν αφορά μόνο μία γενιά.

Μια ανάλυση που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο στο Perspectives on Psychological Science, βασισμένη σε ηχογραφήσεις περισσότερων από 2.000 ανθρώπων, κατέγραψε σημαντική πτώση στην καθημερινή προφορική επικοινωνία. Από το 2005 έως το 2019, οι άνθρωποι μιλούσαν περίπου με 300 λέξεις λιγότερες την ημέρα — μια μείωση της τάξης του 28%. Η πτώση ήταν ιδιαίτερα έντονη στους ανθρώπους κάτω των 25 ετών.

Το εύρημα έχει σημασία όχι επειδή οι λέξεις αυτές είναι απαραίτητα σημαντικές. Είναι οι μικρές κουβέντες που κάποτε θεωρούσαμε σχεδόν αόρατο μέρος της καθημερινότητας: μια ερώτηση σε έναν άγνωστο, λίγα λόγια με τον ταμία, μια σύντομη συζήτηση με τον οδηγό, ένα σχόλιο στον διπλανό, μια κουβέντα με κάποιον που περιμένει μαζί μας στην ουρά. Αυτές οι φαινομενικά ασήμαντες ανταλλαγές φαίνεται να υποχωρούν.

Η σιωπή έγινε πιο εύκολη

Για μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, η ομιλία ήταν ο βασικός τρόπος με τον οποίο οργανώναμε την καθημερινότητά μας. Σήμερα σχεδόν όλα αυτά μπορούν να συμβούν χωρίς να ειπωθεί ούτε μία λέξη. Το smartphone έκανε τη σιωπή εξαιρετικά εύκολη.

Η συζήτηση δεν είναι απλώς μεταφορά πληροφοριών. Η ομιλία είναι πολύ πιο σύνθετη δραστηριότητα από την πληκτρολόγηση ενός μηνύματος. Όταν μιλάμε με κάποιον, πρέπει να ακούμε, να θυμόμαστε τι ειπώθηκε, να καταλαβαίνουμε τον τόνο, να αποφασίζουμε τι θα απαντήσουμε και να προσαρμόζουμε την απάντησή μας σε πραγματικό χρόνο. Η ζωντανή συζήτηση απαιτεί διαρκή προσοχή και ενεργοποιεί ταυτόχρονα γλωσσικές, κοινωνικές και γνωστικές λειτουργίες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μείωση της ομιλίας προκαλεί από μόνη της γνωστική έκπτωση. Η έρευνα δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Θέτει όμως το ερώτημα: αν η συζήτηση αποτελεί ένα είδος καθημερινής γνωστικής άσκησης, τι συμβαίνει όταν την αντικαθιστούμε συστηματικά με πιο εύκολους τρόπους επικοινωνίας;

Οι 300 λέξεις που δεν λέμε

Το παράδοξο είναι ότι σχεδόν κανείς δεν αισθάνεται ότι του λείπουν αυτές οι 300 λέξεις. Ένα μήνυμα είναι πιο γρήγορο από ένα τηλεφώνημα. Το Google είναι πιο γρήγορο από το να ρωτήσεις έναν περαστικό. Το ChatGPT είναι πιο γρήγορο από το να τηλεφωνήσεις σε έναν φίλο για να λύσετε μαζί μια απορία.

Οταν αφαιρούμε καθημερινά δεκάδες μικρές αφορμές για συζήτηση, δεν χάνουμε μόνο λέξεις. Χάνουμε στιγμές κατά τις οποίες χρειάζεται να στραφούμε προς έναν άλλον άνθρωπο. Έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι συχνά περιμένουν πως μια τέτοια συζήτηση θα είναι άβολη, ενώ μετά αισθάνονται μεγαλύτερη σύνδεση και καλύτερη διάθεση απ’ ό,τι περίμεναν. Η ερευνήτρια Valeria Pfeifer, που εντόπισε τη μείωση στην ανάλυση των δεδομένων, υποστηρίζει ότι μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικές αυτές οι σύντομες και τυχαίες συζητήσεις.

Από την ευκολία στην απομόνωση

Η τεχνολογία δεν δημιούργησε από μόνη της αυτή την αλλαγή. Η υποχώρηση της πρόσωπο με πρόσωπο κοινωνικής ζωής είχε αρχίσει πολύ πριν από τα smartphones. Ο πολιτικός επιστήμονας Robert Putnam, γνωστός για το βιβλίο Bowling Alone, έχει καταγράψει εδώ και δεκαετίες την απομάκρυνση των Αμερικανών από συλλόγους, εκκλησίες, γειτονικές οργανώσεις και άλλες μορφές κοινοτικής ζωής. Η τηλεόραση υπήρξε μέρος αυτής της αλλαγής πολύ πριν εμφανιστούν τα κοινωνικά δίκτυα.

Η αυθόρμητη, τυχαία επικοινωνία ισούται με την ικανότητα να μιλάς ή να βοηθάς έναν άγνωστο, να αντέχεις μια μικρή αμηχανία, να ακούς μια διαφορετική άποψη, να βρίσκεις τις σωστές λέξεις, να συνεχίζεις μια συζήτηση χωρίς να ξέρεις πού θα καταλήξει. Είναι μια δεξιότητα αλλά είναι και μέρος του τρόπου με τον οποίο συνυπάρχουμε.

Όλες μαζί αυτές οι σιωπές μπορεί να αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, ακούμε, συνδεόμαστε, παρέχουμε αλληλεγγύη, συνασπιζόμαστε, διεκδικούμε. Ένας πολιτισμός της σιωπής και της αποξένωσης παύει, αργά ή γρήγορα, να αποτελεί πολιτισμό.
εμφάνιση σχολίων